Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ

 
Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

Μούτρα. Νʼ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.
Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.
Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σʼ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα, πάντα θα 
ʽναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.
(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Σαν να μην είχες δει ποτέ σου ναυαγό *


8.1.13

Κάποιοι μύστες μιλούν

Σ’έναν παγωμένο πλανήτη, κάπου σε μια άλλη διάσταση, άγνωστος στο κοινό νού και λαθραίως εξερευνημένος απ’ορισμένους μύστες άυλων ουσιών, βρίσκεται σπάνιο πετράδι αποτελούμενo απο μη γήινη σύνθεση.
Κάποιοι λέν πως παίρνει το σχήμα αυτών που το ακουμπούν κι άλλοι πως δεν το τρυπά το πιο ισχυρό διαμάντι της γής. Κάποιοι απ’αυτούς μιλούν για το χρώμα του που δεν ειναι συγκεκριμμένο και δεν βρίσκουν λέξη για να μπορέσουν  να το εντάξουν σε κάποια απόχρωση, ενώ πάλι άλλοι το βρίσκουν ενα μουντό σκούρο γκρί που όμοιό του βρίσκεις σε κάποιες καρδιές ανθρώπων. Ορισμένοι, ελάχιστοι απ'αυτούς, συζητούν μεταξύ τους για κάποιο άρωμα που αναδύεται σε κάθε τους αφή. Το συγκρίνουν με το άρωμα ενός πολύτιμου τριαντάφυλλου της ανατολής. Άλλους πάλι τους αφήνει αδιάφορους το γεγονός ότι μπορεί και να υπάρχει αυτή.
Δεν ξέρω τι να πιστέψω.
Θα πρέπει να κλείσω τα μάτια και να προσπαθήσω να τ’ακουμπήσω...ίσως νιώσω το εύπλαστο του σώματός του, το χρώμα της ψυχής του και το άρωμα που δίνει.


                                               Σταύρος Λάντσιας - Το βαλς των ματιών

7.1.13

πιάνω πολλές φορές τον εαυτό μου

να ζωγραφίζει νοερά
λέξεις
πρόσωπα
συναισθήματα
χέρια, που ακουμπούν ζωές...


                                                                          Oi Va Voi - Ladino Song

5.1.13

Αστρικός* ή mobile IV

Με σπίτι ένα αστέρι
και παράθυρο με θέα όλο το σύμπαν.
Να βγαίνεις βόλτες στη γειτονιά των αστεριών
και για φίλους να'χεις ταξιδευτές κομήτες
που ιστορίες για γαλαξίες λένε και ερωτευμένους πλανήτες.
Ένα τέτοιο σπίτι θε να'χα, να του στάξω έρωτα
και να κρεμώ στους τοίχους του τα βραδυνά μου όνειρα
και τις κρυφές μου επιθυμίες που δεν βρίσκουν θέση στον κόσμο ετούτο.

Κι αν δεν μπορέσω να τ'αποκτήσω
θα ζωγραφίσω ένα και μέσα του θα μπώ να γίνω αστρικός...
...εκεί μέσα να ωριμάσω...



*έπειτα από στιγμές αντικρουόμενων απόψεων

1.1.13

Mobile III

Έρχεται κάποια ημέρα που τοποθετείς στο καβαλέτο της ζωής σου έναν καμβά μεγάλο και πάνω του αρχίζεις να ρίχνεις χρώματα που ίσως και να μην έχεις χρησιμοποιήσει ποτέ. Τ'απλώνεις με πινέλα βεντάλιες ατημέλητα και οι προσμίξεις αυτών δίνουν εκφράσεις, σκηνές, απόψεις της ζωής σου και τότε ανακαλύπτεις πως μέσα από ένα χάος που πήγαινε να δημιουργηθεί, γεννιέται κάτι νέο, κάτι όμορφο που ίσως μόνο εσυ το καταλάβεις αλλά δεν σ'ενοχλεί διόλου καθώς είναι κομμάτι της ψυχής σου που φωτογράφισες σε μια στιγμή της πορείας σου...

30.12.12

Mobile II

Το πιστεύω το '13.
Για έναν περίεργο λόγο αισιοδοξώ για το 2013. Νιώθω τις μέρες που περνούν τόσο υπέροχες' είχα ξεχάσει τα τελευταία χρόνια πως είναι να τις ζείς. Αφέθηκα...μου έδωσαν το χαμόγελό μου, την ζωή που ξέχασα...που αφησα να φύγει.
Αισιοδοξώ όχι μόνο για εμένα, αλλά και για πρόσωπα που αγαπώ, γι'ανθρώπους που κάνουν σχέδια και μου τα εκμυστηρεύονται...και είναι τόσα δίπλα μου.
Θα ζήσουμε...
Θα μεθύσουμε...
...και θα την πιούμε την ζωή...

So, let's do it

25.12.12

Mobile I


Ένας χρόνος ακριβώς και η συγκίνηση είναι μεγάλη για την φίλη. Τα τέσσερα φέρνουν αγκαλιές και δάκρυα σε μια άλλη κι αυτή είναι η ομορφιά της αγάπης...

Παραλήπτες γραμμάτων "εν καιρώ ευθέτω"..







Παραλήπτες γραμμάτων "εν καιρώ ευθέτω"..

Ένα γράμμα που τόλαβα στη σκάλα.
Το ακούμπησα τρέχοντας στην πρώτη καρέκλα που βρήκα, καθώς με βρήκε τη στιγμή που μόλις έφευγα.. Ένα γράμμα σε κάνει να γυρίσεις πίσω, και να κοιτάξεις πίσω.
Αίφνης κατάλαβα ότι στη βιασύνη μου πριν, είχα ξεχάσει το φούρνο ανοιχτό, και το παράθυρο κλειστό. Οι καπνοί που θα έβγαιναν απ τα; παράθυρα, θα μαύριζαν τις αέρινες κουρτίνες μου από παλιά δαντέλα. Τίποτε λευκό και λεπτό δεν είναι ανθεκτικό σε καπνό μαύρο.
Αλλά ένα γράμμα, με γύρισε πίσω, ώστε να σβήσω το φούρνο, και ν αφήσω το παράθυρο ανοιχτό στον καθαρό αέρα. Συχνά ένα γράμμα έχει μήνυμα στο φάκελο πριν το ανοίξεις.
Όλο τον καιρό ανελλιπώς έκανα αιτήσεις και υπεύθυνες δηλώσεις, αφήνοντας κενό το περιθώριο των αιτημάτων και υπέγραφα κανονικά, λες και περίμενα αορίστως να αρχειοθετηθούν και μαγικά να διεκπεραιωθούν τα αιτήματα  "εν χρόνω ευθέτω".
Οπότε, τι να έκανε ο Αποστολέας; Με Αγάπη, έστειλε συγκεκριμένες τις οδηγίες του, ενώ φαινόταν ότι απευθυνόταν σε άλλο παραλήπτη. Είχε κι αυτός ανάγκη να λάβει εγγυητική επιστολή.
Συνήθως "κλέβουμε" τα μηνύματα των άλλων, ώσπου να καταλάβουμε ότι ήταν τα δικά μας.
Κι οι άλλοι το ίδιο κάνουνε. Έτσι έχει ο καθένας λάβει αυτό που έπρεπε, κι όλα στο ίδιο δέμα.
Οι οδηγίες ήταν για τουλάχιστον δύο παραλήπτες.
Μετά κατάλαβα ότι είχε κι άλλα συνημμένα και οι παραλήπτες ήταν αρκετοί ακόμη εγγεγραμμένοι και ορισμένοι αφανείς αλλά όχι λιγότερο παραλήπτες από τους πρώτους.
Η οδηγία παρέπεμπε σε εργασία χρόνου.
Μετά είναι Έτοιμος κανείς να παραδώσει την πτυχιακή του "εν καιρώ ευθέτω".
Το ρολόι αμείλικτα μετρά και ο χρόνος, για όσο δίνεται είναι εξόχως Σημαντικός.
Κάθε σταγόνα αυτού διαχειρίζεται Υπευθύνως  από τον διαχειριστή της.
Το ρολόι.
Στέκεται εκεί και μετράει το χρόνο μου.
Το παλιό ραδιόφωνο, είναι αυτό που φιγουράρει σε μιά παλιά φωτογραφία μου.
Είμαι ενός έτους και στηρίζομαι στα πόδια μου. 
Στέκομαι δίπλα του ορθή και τα πόδια μου ταλαντεύονται ακόμη πάνω στο κοραλλί σατέν μαξιλάρι μιάς καρέκλας που υπάρχει ακόμη ανθεκτική. Το ραδιόφωνο- έπιπλο είναι σ ένα διπλανό τραπεζάκι εποχής, και πάνω του κάθεται μεγαλοπρεπώς μ όλα τα τούλια και τις δαντέλες της η μεγάλη κούκλα από πορσελάνη. Το χαμόγελό της είναι ζωγραφισμένο με σμάλτο και ακίνητο. Το δικό μου σκέπτεται πριν ανθίσει. Όλα τα επόμενα χρόνια το ρολόι στέκεται εκεί κι ενώ οι εικόνες δίπλα του αλλάζουν ραγδαία όπως τρέχουν στο παράθυρο ενός τραίνου με ιλιγγιώδη ταχύτητα, έτσι συνεχίζει να μετράει το χρόνο μου.
Ήμουν έτοιμη να φύγω, αλλά έπρεπε πριν να διαβάσω αυτό το γράμμα, καθώς έλεγε κι άλλα.
Περίεργοι ταχυδρόμοι φέρνουν τα γράμματα. Περίεργα γράμματα φέρνουν οι ταχυδρόμοι.
Έρχονται με περιστέρια. Δεν έρχονται με τον κανονικό τρόπο.
Αλλά ποιός είναι ο κανονικός τρόπος;
Ο τρόπος της Αγάπης βρίσκει φτερά.
Έκοβα κι έραβα δαντέλες πρωί και βράδυ στην παλιά ραπτομηχανή Σίγγερ της μητέρας μου.
Η Σκιά Της έπλεκε τις πιό λεπτές και λευκές δαντέλες και συνεχίζει να πλέκει, έτι και έτι. 

Φαίνομαι να τις πλέκω εγώ αλλά είναι δικά Της νήματα.
Εκεί καθισμένη με βρήκε ο ταχυδρόμος και παρέμεινα εκεί, διαβάζοντας και τα γράμματα που είχαν σταλεί σ Εκείνη. Τα άφησε εκεί γιατί ήξερε ότι ήταν δικά μου. 

Μητέρες και κόρες πιάνονται από το χέρι κι έτσι διατρέχουν τον κόσμο τυλίγοντας τον με λευκές λεπτές δαντέλες. Οι κόρες συνεχίζουν τη δαντέλα από εκεί που την άφησε μισοτελειωμένη η μητέρα τους. Έχει πάντα χώρο για καινούρια σχέδια.
Πήρε ο αέρας τα φύλλα των βιβλίων και τα έσυρε. Μετά απ αυτό έπρεπε να βάλω τις σελίδες στη θέση τους. Αν μπερδέψεις τις σελίδες και χάσεις μερικές, θα έχεις χάσει το πιο δύσκολο κέντημα που χωρίς αυτό το βιβλίο θα ήταν Άλλο. Αν αλλάξεις θέση στις σελίδες, αλλάζει όλο το νόημα και δεν γίνεται έτσι ένα ευτυχισμένο τέλος.
Το γράμμα έλεγε: "Μείνε εδώ να τακτοποιήσεις τα βιβλία σου. Η βιβλιοθήκη θέλει δουλειά. Δεν μπορεί να το μεταθέτεις αυτό "εν καιρώ ευθέτω".
Ο καιρός είναι τώρα. Οπότε βάλε τα γυαλιά σου!"
Είχα χάσει τα γυαλιά μου από απροσεξία. Βρέθηκαν όταν αποφάσισα να τα φορέσω.
Πριν θα ήταν αόρατα ακόμη κι αν υπήρχαν μπροστά μου.  Τα βρήκα στο πιο απίθανο μέρος όταν δεν τα έψαχνα αλλά όταν πραγματικά τα χρειαζόμουν.
Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που χρειάζεται να βρώ.
Η παλιά γραφομηχανή είναι στην αποθήκη. Γνωρίζει μόνη της το τυφλό σύστημα.
Και οι κονδυλοφόροι με το μελάνι, είναι αποθηκευμένοι στην αγάπη για τη σινική ενός εμπνευσμένου δασκάλου της Τρίτης δημοτικού.
Και αίφνης βρήκα το χρόνο για να γράψω. Τα γραπτά αυτά τα αποθηκεύω για να τα διαχειριστώ "εν καιρώ ευθέτω"...
Όλα είναι αποθηκευμένα στην Αγάπη.

Δώσαμε ραντεβού αλλά δεν ήρθε ποτέ..





Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Δώσαμε ραντεβού αλλά δεν ήρθε ποτέ..

Ιστορίες Αγάπης...

Αυτή είναι η δικιά μου ιστορία αγάπης.....
Τρία χρόνια πριν, μόλις είχα τελειώσει το λύκειο, αποφάσισα να πάω ένα ταξίδι για να χαλαρώσω μετά από τις εξετάσεις. Εκεί τον είδα για πρώτη φορά. Γνωριστήκαμε για πρώτη φορά στο βαγόνι ενός τρένου. Και οι δυο όρθιοι καθώς δεν υπήρχαν θέσεις, εκείνος ταξίδευε για Ξάνθη, εγώ για Θεσσαλονίκη. Η γωνιά που είχα βρει ήταν ακριβώς έξω από την τουαλέτα κια καταριόμουν τη μοίρα μου γι αυτό, ενώ εκείνος με κοίταζε και χαμογελούσε. Στη στάση για Θήβα ανέβηκαν δυο ηλικιωμένες κυρίες, οι οποίες είχαν όρεξη για κουβέντα... Μας είπαν λοιπόν αναλυτικά τα πάντα για τη ζωή τους χωρίς εμείς να μπο΄ρούμε να το αποφύγουμε. Σε όλη τη διαδρομή με κοιτούσε, αλλά δεν μου είπε ούτε μια λέξη... Όταν φτάσαμε Θεσσαλονίκη εγώ κατέβηκα...
Μέχρι πριν από λίγο καιρό δεν ήξερα ότι κατέβηκε κι εκείνος Θεσσαλονίκη για να με ακολουθήσει, καθώς μετάνιωσε που δεν είχε το θάρρος να μου μιλήσει στο τρένο. Προσπάθησε να με ακολουθήσει, μα με έχασε. Προσπάθησε να με βρει, αλλά δεν τα κατάφερε και έτσι ξεκίνησε ξανά για τον προορισμό του, την Ξάνθη.
Έξι μήνες μετά βρισκόμουν στην Αθήνα, είχα περάσει σε μια πολύ καλή σχολή και η ζωή μου είχε μπει σε μια τάξη. Μέχρι που αποφάσισα να ακολουθήσω την παρέα μου στο πάρτυ της Νομικής. Το κτίριο ήταν γεμάτο από κόσμο... Παντού ποτά, καπνοί και γενικά μια φοιτητική κατάσταση να επικρατεί. Κάπου εκεί χαμένος στο πλήθος ήταν και ο Αλέξης, έτσι τον έλεγαν, χωρίς όμως εγώ να το γνωρίζω. όλο τα βράδυ ένα ενοχλητικός τύπος τριγυρνούσε διαρκώς ανάμεσα στις φίλες μου κι εμένα. Αποφάφισα λοιπόν να τον βάλω στη θέση του. Στήσαμε ένα τεράστιο καβγά με εμένα να του ζητώ τον λόγο χωρίς φόβο και πολύ θράσος. Λίγο πριν πιαστούμε στα χέρια και ενώ ο Αλέξης με είχε αναγνωρίσει, μπλέχτηκε στον καβγά, ζήτησε ευγενικά συγνώμη από τον άνθρωο και με έβγαλε έξω από το μαγαζί.
Ήμουν έξαλλη μαζί του, καθώς δεν τον αναγνώρισα αμέσως. Εκείνος μυ εξήγησε ότι με βοήθησε για το καλό μου και καθώς δεν μπορούσαμε πια να μπούμε στο μαγαζί πήγαμεμια βόλτα περπατώντας. Μου έδωσε το μπουφάν του για να μην κρυώνω και περπατούσαμε με τις ώρες μιλώντας για διάφορα πράγματα. Μέχρι που έκανε ένα σχόλιο για τον χαρακτήρα μου. Με αποκάλεσε οξύθυμη και εγώ το πήρα εντελώς στραβά! Τον στόλισα με διάφορα ΄΄επίθετα΄΄ και αμέσως έφυγα τρέχοντας μαζί με το μπουφάν του!
Εκείνος προσπαθούσε για πολλές μέρες να μάθει κάτι για εμένα, ρωτούσε όποιον ήξερε από κείνο το πάρτυ, όμως για ακόμα μια φορά δεν μπόρεσε να βρει τα ίχνη μου...
Σχεδόν δυο εβδομάδες αργότερα συναντηθήκαμε ξανά... Είχα πάει σε ένα βιβλιοπωλείο στη στοά Πεζματζόγλου. Βγαίνοντας από τη στοά πετάχτηκε μπροστά μου ένας άντρας και μου άρπαξε την τσάντα. άρχισα να τρέχω για να τον προλάβω, αλλά μου ήτα αδύνατο. Έβαλα τις φωνές για να με βοηθήσουν οι περαστικοί. Ένας νεαρός με άκουσε και άρχισε να τρέχει για να τον προλάβει, ενώ εγώ ακολουθούσα λαχανιασμένη. Ένα αμάξι της αστυνομίας βρισκόταν μροστά και έτσι ο κλεφτης άφησε την τσάντα μου και το έβαλε στα πόδια.
Ο νεαρός ήρθε κοντά μου ευγενικά για να μου παραδώσει την τσάντα και τότε συνειδητοποίησα ότι ήταν ο Αλέξης. Άρχισα να τον ευχαριστώ που με βοήθησε, ενώ εκείνος με κοιτούσε με παγωμένο ύφος. Τότε κατάλαβα ότι του χρωστάω ένα μπουφάν! Μου ζήτησε να βγούμε και ότι μέχρι τότε θα κρατούσε την τσάντα μου ενέχυρο κι εγώ το μπουφάν του. Δώσαμε ραντεβού στο σταθμό Λαρίσης, αλλά δεν ήρθε ποτέ..
Λίγες μέρες αργότερα έμαθα ότι είχε ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο και ότι νοσηλευόταν σε κρίσμη κατάσταση. Έπαθα σοκ. Δεν είχαμε ζήσει τίποτα μαζί, αλλά ένιωθε ότι έχανα ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Φοβήθηκα πολύ. Πήγα στο νοσοκομείο, χρειαζόταν αίμα και προσγέρθηκα να δώσω. Έμεινα δυο μέρες στο νοσοκομείο έξω από το δωμάτιο του, χωρίς να κουνηθώ. Οι συγγενείς και οι φίλοι του παραξενεύητηκαν γιατί δεν με ήξεραν. Δεν ήθελα όμως να φύγω από κοντά του.
Μία μέρα αργότερα οι γιατροί ανακοίνωσαν ότι ξέγυγε τον κίνδυνο και ότι μπορούμε να τον δούμε. Με άφησαν να μπω πρώτη μέσα.
Από εκείνη την ημέρα είμαστε μαζί και δεν έχουμε χωριστεί για κανέναν λόγο. Το αίμα μου κυλάει στις φλέβες του...

Παράπονο


Παράπονο


Δε σου κράτησα ποτέ κακία. Παράπονο μόνο...
Να ήξερες πόσες νύχτες προσπαθούσα με τη σκέψη μου να επικοινωνήσω μαζί σου...
Να σου στείλω ένα μήνυμα... Κι εσύ δεν άκουγες...
Ξέρεις, ο πονεμένος αποζητά τον ίσκιο ενός ανθρώπου,
για να καθήσει από κάτω, να κουρνιάσει και να κλάψει με την ησυχία του.


Ο πόνος θέλει μια σκέψη.
Ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσει. Όταν δεν υπάρχει τίποτα γίνεται πιο σκληρός.
Πιο κοφτερός. Σε παίρνει το κατόπι κι όπου σε βρει σε μαχαιρώνει,
ώσπου να σε ρημάξει...
Μόνο οι πολύ δυνατοί, οι πολύ οχυρωμένοι τα βγάζουν πέρα.
Κι εγώ δεν ήμουν ποτέ τόσο δυνατή.
Και καθόλου οχυρωμένη.
Εσύ ήσουν πάντα ένας καλός καραβοκύρης.
Είχες πυξίδα...
Κρατούσες την ρότα σου σταθερή..
Άραξες το σκάφος σου σε απάνεμο λιμάνι..
Εγώ το δικό μου το βούλιαξα...
Ναυάγησα...


Ήρθα εδώ γιατί με πέταξαν τα κύματα...
Ταξίδευα σ' ένα άγνωστο πέλαγος κι είχα τ' αυτιά μου ανοιχτά μόνο για τις σειρήνες..
Όπου μου λεγαν πήγαινα...
Το ταξίδι που λέγαμε / Αλκυόνη Παπαδάκη