μανα που αγκαλιαζει οτι ομορφο ξεχνω. Εφερα κρασι ανταμα να το πιουμε που φευγεις να τα πουμε για υστερη φορα.... Και σου τραγουδω δε μπορω να κλαψω μεσα απ το τραγουδι βρισκω οτι αγαπω... Βγαινω στη βροχη μονο αυτη σου μοιαζει μανα που αγκαλιαζει οτι ομορφο ξεχνω.. Ααααα....ααα... !!!! ♥
Δεδομένου
ότι ο γάμος τους στις 20 Μαρτίου του 1969 θα ήταν ένα τεράστιο για τον
τύπο γεγονός, το ζευγάρι αποφάσισε να χρησιμοποιήσει αυτή την χωρίς όρια
δημοσιότητα προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Αποφάσισαν λοιπόν να περάσουν το δικό τους γαμήλιο ταξίδι στην προεδρική
σουίτα του ξενοδοχείου Χίλτον στο Άμστερνταμ από τις 25 έως και την 31η
Μαρτίου, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι και καλώντας τους δημοσιογράφους από
όλο τον κόσμο καθημερινά από τις 09:00 έως 21:00, προκειμένου να
τραβήξουν φωτογραφίες και να κάνουν ερωτήσεις. Κι αν κάποιοι θεώρησαν
ότι το Bed In θα περιελάμβανε τις οποιεσδήποτε ερωτικές περιπτύξεις το
ζευγάρι αντίθετα δεν έχασε στιγμή το στόχο του και τον έλεγχο.
Καθόντουσαν απλώς στο κρεβάτι, μιλώντας για την ειρήνη με συνθήματα όπως
«Hair Peace» και «Bed Peace» να στολίζουν τους τοίχους του δωματίου. Drove
from Paris to the Amsterdam Hilton Talking in our beds for a week The
newspapers said say what're you doing in bed I said we're only trying to
get us some peace. (From: The Ballad of John and Yoko)
Ο
δεύτερος γύρος του Bed-In ήταν προγραμματισμένος να διεξαχθεί στη Νέα
Υόρκη, προκειμένου να προσδοθεί περισσότερο πολιτικό περιεχόμενο στη
διαμαρτυρία. Η λογική ήταν να ζητήσουν το τέλος του πολέμου του Βιετνάμ
μέσα στην καρδιά της Αμερικής προσελκύοντας την προσοχή και την
υποστήριξε κυρίως των νέων που δήλωναν αντίθετοι στον πόλεμο. Ωστόσο, η
είσοδος στη χώρα είχε απαγορευτεί στον John Lennon λόγο της καταδίκης σε
βάρος του για κατοχή κάνναβης το 1968. Έτσι η διαμαρτυρία μεταφέρθηκε
αρχικά στις Μπαχάμες και κατόπιν στο Μόντρεαλ. Εκεί έμειναν στα δωμάτια
1738 και 1742 στο ξενοδοχείο Queen Elizabeth. Κατά τη διάρκεια των επτά
ημερών της διαμονής τους ο Timothy Leary, ο Tommy Smothers και ο Dick
Gregory τους επισκέφτηκαν και όλοι μαζί τραγούδησαν τον ύμνο για την
ειρήνη «Give Peace a Chance». Ένα από τα διασημότερα τραγούδια όλων των
εποχών ηχογραφήθηκε... στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, δίπλα στο
κρεβάτι... που έγινε σύμβολο διαμαρτυρίας.
Ο Φρανκ Ζάπα, ο οξύτερος μουσικός νους του rock ‘n roll και δαιμόνιος
κοινωνικός κριτικός που επηρέασε πολλούς από τους σημερινούς μουσικούς,
πέθανε σαν σήμερα το 1993.
Ο πιο παραγωγικός μουσικός της γενιάς του, άφησε πίσω του τεράστιο
έργο όπου γεφύρωνε, με αξιοσημείωτη άνεση, πλήθος ειδών – από τη ροκ, τη
τζαζ, την R&B έως την αβαντ-γκαρντ και την κλασική – αμφισβητώντας
τα status quo τόσο στην μουσική όσο και στην κοινωνικοπολιτική σκηνή.
O Frank Vincent Zappa γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου
του 1940 στην Βαλτιμόρη της πολιτείας Μέριλαντ των ΗΠΑ, πρωτότοκος γιος
του ελληνοαραβικής καταγωγής καθηγητή Francis Vincent Zappa και της
Ιταλίδας – και κατά ¼ Γαλλίδα - Rose Marie Colimore. Αυτοδίδακτος και
λάτρης της μουσικής R&B της δεκαετίας του ’50 αλλά και του έργου
συνθετών μοντέρνας κλασικής και αβάντ-γκαρντ όπως οι Stravinsky, Varèse,
Bartok, Shoenberg, Webern, ο νεαρός Frank δημιούργησε την πρώτη του
μπάντα, The Black-Outs, στο λύκειο. Την ίδια εποχή γνώρισε τον μετέπειτα
συνεργάτη του και θρύλο της underground σκηνής Don Van Vliet, τον οποίο
φέρεται να βάφτισε ο ίδιος «Captain Beefheart».
To 1963 έγραψε τη μουσική για το γουέστερν Run Home Slow και
χρησιμοποίησε τα έσοδα για να φτιάξει στούντιο στην Καλιφόρνια. Γνώρισε
και έγινε φίλος με τον Mothers Ray Collins και τον Jim “Motorhead”
Sherwood, και μαζί με τον Beefheart έφτιαξε το συγκρότημα The Soots.
Το 1964 συμμετέχει στους Soul Giants και στην συνέχεια στους the Mothers – που αργότερα θα μετονομαστούν σε The Mothers of Invention. Εκείνη τη χρονιά κυκλοφορεί το Freak Out!
από την MGM. Το 1965 ο Zappa κατηγορήθηκε για «συνωμοσία με στόχο την
πορνογραφία» λόγω μιας ηχογράφησης βογγητών και ήχων τριξίματων
κρεβατιού. Καταδικάζεται σε εξάμηνη φυλάκιση και εκτίει 10 μέρες από την
ποινή - βγαίνει από τη φυλακή με άλλο βλέμμα για το «Αμερικάνικο
όνειρο».
Το 1966 συγκέντρωσε μια ομάδα μουσικών έτοιμων να παίξουν τη μουσική του: «Ποτέ
δεν είχα την πρόθεση να γράψω μουσική ροκ. Πάντοτε ήθελα να συνθέσω πιο
σοβαρή μουσική που να παίζεται σε συναυλιακούς χώρους, αλλά ήξερα ότι
κανείς δεν θα θέλει να την παίξει. Έτσι, σκέφτηκα ότι αν ήταν να ακούσει
ποτέ κανείς κάτι που εγώ συνέθεσα, θα έπρεπε να φτιάξω μια μπάντα και
να παίξω ροκ. Έτσι ξεκίνησα», είπε ο ίδιος.
Το 1967 κυκλοφορεί τον δίσκο του Absolutely Free που σατιρίζει την «straight» Αμερική αλλά και τις αξιώσεις των χίπις. Την ίδια χρονιά ηχογραφεί το Lumpy Gravy
με 50μελή ορχήστρα. Πλέον είναι εμφανές ότι οι Mothers είναι λιγότερο
συγκρότημα και περισσότερο το μέσο για την μεταφορά και προώθηση της
τέχνης του Zappa. Στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης το συγκρότημα,
για έξι μήνες, δίνει πρωτοποριακές παραστάσεις ροκ θεάτρου με πολλούς
αυτοσχεδιασμούς.
Οι The Mothers διαλύονται προσωρινά το 1970 και ο Zappa ξεκινά τη σύνθεση του σάουντρακ για το 200 Motels ενώ ηχογραφεί και το πρώτο του σόλο άλμπουμ Hot Rats.
Ερμηνεύει το 200 Motels σε μια sold-out συναυλία με τη Συμφωνική
Ορχήστρα του Λος Άντζελες. Οι Mothers ηχογραφούν ξανά. Το 1971, η ταινία
του 200 Motels προκαλεί μικτές αντιδράσεις. Το Μάιο εμφανίζεται με τον
Τζων Λένον και τη Γιόκο Όνο.
Τον επόμενο χρόνο το Royal Albert Hall απαγορεύει να παρουσιαστούν οι The Mothers λόγω «χυδαιότητας».
Ηχογραφεί χωρίς διακοπή με τους Mothers, μόνος, με φίλους και άλλους
συνεργάτες. Στις αρχές του 1980 διευθύνει μάλιστα και συναυλίες με έργα
του αγαπημένου του Varèse. Πλέον έχει δική του δισκογραφική, την Barking
Pumpkin, εταιρεία παραγωγής συναυλιών, εταιρεία παραγωγής και προώθησης
των βίντεό του.
Υπέρμαχος της ελευθερίας της έκφρασης, κατέθεσε ενώπιον επιτροπής της
γερουσίας, υπό την προεδρία της συζύγου του Al Gore, Tipper, τη δεκαετία
του 1980. Η επιτροπή είχε συγκροτηθεί από πολλές συζύγους πολιτικών για
να αντιμετωπίσει το ζήτημα στίχων «με σεξουαλικό ή σατανιστικό περιεχόμενο». Ο Zappa επιτέθηκε στην επιτροπή και του λογοκριτικού
της έργου, χαρακτηρίζοντας την πρότασή τους για ετικέτες που
περιγράφουν το περιεχόμενο πάνω στους δίσκους, «εκβιασμό της μουσικής βιομηχανίας». Ως αντίδραση, έβγαλε δική του ετικέτα για τους δίσκους του, η οποία έγραφε τα ακόλουθα: «Προσοχή!
Αυτό το άλμπουμ περιέχει υλικό που μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία
ούτε θα φοβόταν ούτε θα καταπίεζε. Η γλώσσα και οι αντιλήψεις εδώ μέσα
εγγυημένα δεν πρόκειται να προκαλέσουν αιώνια βασανιστήρια στο μέρος
όπου ο τύπος με τα κέρατα και το μυτερό ραβδί λειτουργεί την επιχείρησή
του. Αυτή η εγγύηση είναι τόσο πραγματική όσο και οι απειλές των
φονταμενταλιστών του βίντεο που χρησιμοποιούν τις επιθέσεις προς την
μουσική ροκ στην προσπάθειά τους να μετατρέψουν την Αμερική σε ένα έθνος
κουτεντέδων (στο όνομα του Ιησού Χριστού). Αν υπάρχει κόλαση, οι φλόγες
της περιμένουν αυτούς, όχι εμάς».
Ο Frank Zappa πέθανε στις 4 Δεκεμβρίου 1993, σε ηλικία 52 ετών, από
καρκίνο του προστάτη στο σπίτι του στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνια.
Πρόφτασε ωστόσο να ετοιμάσει αρκετό υλικό για να κυκλοφορήσουν κι άλλοι
δίσκοι μετά το θάνατό του. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του κυκλοφόρησε
60 άλμπουμ, πολλοί από τους οποίους ήταν διπλοί, καθιστώντας έτσι το
μουσικό του έργο εντυπωσιακά μεγάλο. Εκτός της μουσικής, επέδειξε
ιδιαίτερες ικανότητες στην τεχνολογία των οργάνων και της ηχογράφησης
ενώ ασχολήθηκε και με τη σκηνοθεσία, δημιουργώντας βίντεο που θεωρούνται
πρόδρομοι των σημερινών ροκ βίντεο κλιπ.
Σε όλη την καριέρα του, ο Zappa, σατίρισε με το σκοτεινό του χιούμορ
το τοπίο της άχρηστης ανθρώπινης προσπάθειας για ουτοπική ευτυχία με
κίνητρο συνήθως επιθυμίες για καταναλωτικά αγαθά, σεξ και σπορ. Τα
βάρβαρα αστεία του άρχισαν με τον πρώτο δίσκο του και συνεχίστηκαν και
μετά το θάνατό του, με την έκδοση των τελευταίων έργων του. Μερικά από
τα πιο καυστικά σχόλιά του απευθυνόταν στους δημοσιογράφους που έγραφαν
για την ροκ μουσική, τους οποίους χαρακτήριζε «ανθρώπους που
δεν ξέρουν να γράφουν, οι οποίοι παίρνουν συνεντεύξεις από ανθρώπους
που δεν μπορούν να μιλήσουν, για ανθρώπους που δεν ξέρουν να διαβάζουν».
Σαν σήμερα, 13 Μαΐου 2011, πριν από 22 χρόνια έφυγε από τη ζωή ο
σπουδαίος μουσικός της τζαζ, Chet Baker, γνωστός τόσο για το
χαρακτηριστικό βελούδινο ήχο της τρομπέτας του όσο και για τις
ευαίσθητες και ρομαντικές ερμηνείες του σε τραγούδια που σημάδεψε αλλά
και τον σημάδεψαν, όπως το My Funny Valentine, το Let's Get Lost κ.α.
O Chesney Henry "Chet" Baker, Jr. Γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1929, στο
Yale της πολιτείας Oklahoma των ΗΠΑ. Ο πατέρας του, επαγγελματίας
κιθαρίστας, έδωσε στον Chet τα πρώτα μαθήματα των χάλκινων οργάνων, με
πρώτο το τρομπόνι το οποίο σύντομα αντικατέστησε με μια τρομπέτα. Σε
ηλικία 16 ετών εγκαταλείπει το σχολείο, κατατάσσεται στον αμερικανικό
στρατό και αποστέλλεται στην στρατιωτική μπάντα στο Βερολίνο.
Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ συνεχίζει τις μουσικές σπουδές του ενώ δέχεται
έντονες επιδράσεις από τη μουσική του Dizzy Gillespie και αργότερα του
Miles Davis. Το 1952 κερδίζει τη συμμετοχή σε μια σειρά συναυλιών του
κορυφαίου Charlie Parker
και στη συνέχεια γίνεται μέλος του Κουαρτέτου του Gerry Mulligan. Το
παίξιμό του ξεχωρίζει για την τρυφερή ερμηνεία και την εντυπωσιακή
ικανότητά του να παίζει μελωδικά, απαλά και γεμάτα χάρη σόλο παράγοντας
έναν δικό του χαρακτηριστικό ήχο. Τα επόμενα χρόνια δημιουργεί διάφορα
σχήματα με τα οποία σημειώνει επιτυχείς εμφανίσεις που τον καθιστούν
ιδιαίτερα δημοφιλή, ενώ αρχίζει να τραγουδάει – μάλιστα δεν είναι λίγοι
εκείνοι που θεωρούν ότι ήταν πιο ταλαντούχος τραγουδιστής απ’ ότι
τρομπετίστας.
Από τη δεκαετία του 1950 όμως, ξεκινά και ο εθισμός του στην ηρωίνη που
αναπόφευκτα επηρεάζει την μουσική του καριέρα, με συχνά σκάνδαλα και
συλλήψεις. Ο Chet Baker πέρασε τον περισσότερο χρόνο από τη δεκαετία του
1960 στην Ευρώπη, ηχογραφώντας και μπλέκοντας σε προβλήματα συχνά. Στα
μέσα της δεκαετίας πραγματοποιεί μερικές κορυφαίες ηχογραφήσεις ενώ στα
τέλη της, μερικές κακές, μετά την απώλεια των πάνω δοντιών του λόγω της
χρήσης ναρκωτικών αλλά και μιας επίθεσης που δέχθηκε.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μαθαίνει να παίζει με τεχνητή
οδοντοστοιχία και από το 1974 ηχογραφεί και περιοδεύει σταθερά κυρίως
στην Ευρώπη. Παρά τη συνεχιζόμενη χρήση ναρκωτικών εκ μέρους του και
την τεχνητή οδοντοστοιχία, το παίξιμο του σημειώνει περαιτέρω βελτίωση
και αρκετές συναυλίες του τη δεκαετία του 1980 χαρακτηρίζονται
εκπληκτικές. Άλλες πάλι, πιο φτωχές. Και σε άλλες, απλά δεν
εμφανίστηκε.
Η ταραχώδης ζωή του Chet Baker έληξε στις 13 Μαΐου 1988, όταν έπεσε από
το παράθυρο του δωματίου του, στο δεύτερο όροφο ξενοδοχείου στο
Άμστερνταμ της Ολλανδίας. Για πολλούς, ο Chet Baker πέθανε στο
αποκορύφωμα της καριέρας του, αφού ορισμένες από τις καλύτερες
ηχογραφήσεις του έγιναν τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Σαν σήμερα, στις 11 Μαρτίου του 1921, γεννήθηκε ο σημαντικότερος
συνθέτης τάνγκο και μπαντονεονίστας, Άστορ Πιατσόλα. Το έργο του
θεωρείται ότι έφερε την επανάσταση στο παραδοσιακό τάνγκο και
δημιούργησε το nuevo tango, ενσωματώνοντας στοιχεία τζαζ και κλασικής
μουσικής.
Γεννήθηκε το 1921 στην Αργεντινή από γονείς Ιταλούς μετανάστες, το
μεγαλύτερο μέρος των παιδικών του χρόνων, ωστόσο, έζησε στη Νέα Υόρκη,
όπου και ξεχώρισε ως παιδί θαύμα για τις επιδόσεις του στο μπαντονεόν.
Όταν το 1937 επέστρεψε στην Αργεντινή, μαθήτευσε κοντά στον Αργεντινό
συνθέτη Αλμπέρτο Χιναστέρα.
Η επιρροή των μουσικών των Στραβίνσκι, Μπάρτοκ, Ραβέλ και άλλων, τον
οδήγησε στο να εγκαταλείψει για ορισμένο διάστημα το τάνγκο και να
ασχοληθεί με τη σύνθεση της σύγχρονης κλασικής μουσικής.
Για δύο χρόνια μεταβαίνει στη Γαλλία, όπου λόγω υποτροφίας που κέρδισε
από τη γαλλική κυβέρνηση, μαθητεύει κοντά στη Γαλλίδα συνθέτρια και
μαέστρο Νάντια Μπουλανζέ.
Επιστρέφει μόνιμα στο Μπουένος Άιρες το 1955, όπου και σχηματίζει το
Octeto Buenos Aires. Η νέα του προσέγγιση στο τάνγκο του χάρισε τον
χαρακτηρισμό της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας μεταξύ Αργεντίνων μουσικών
και πολιτικών. Στην πατρίδα του συνάντησε σημαντική αντίσταση, καθώς η
πεποίθηση που επικρατούσε στη χώρα ήταν ότι «Στην Αργεντινή όλα αλλάζουν, εκτός από το τάνγκο».
Η μουσική του όμως έγινε ευρύτερα αποδεκτή σε Ευρώπη και Βόρεια
Αμερική, ενώ αγκαλιάστηκε παράλληλα από μέρος της κοινωνίας της
Αργεντινής που ζητούσε την πολιτική αλλαγή σε συνδυασμό με τη μουσική
του επανάσταση.
Ο Άστορ Πιατσόλα έφυγε από τη ζωή σις 4 Ιουλίου του 1992.