Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Άνταμ Λίντζι Γκόρντον: το τραγούδι της μάγισσας



Λένε πως τα ραντισμένα με δηλητήριο λουλούδια
έχουν πιο γλυκό άρωμα
παρά όταν, ανέγγιχτα από την θανατερή υγρασία,
λάμπουν στην πρώιμη άνθηση.

Λένε πως οι καταδικασμένοι να πεθάνουν
έχουν κατεβάσει το πειραγμένο γλυκό κρασί
με πιο μεγάλη απόλαυση απ' τον
απείραχτο χυμό του αμπελιού.

Λένε πως στο τραγούδι της μάγισσας
όσο άξεστο και πρωτόγονο αν είναι
δένει αρμονικά ένας άγριος, μυστήριος ήχος
της πιο αλλόκοτης μελωδίας.

Και πιστεύω πως η φωνή του σατανά
μπαίνει πιο βαθιά στ' αυτιά μας
από κάθε ουρανόσταλτο ψίθυρο
όσο γλυκόηχος και κατανοητός αν είναι.

μετάφραση: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου



~ Ίαν Λέχον: υπάρχει κι άλλος δρόμος



Επίλογος

Να καθαρίσουμε πρέπει τη στάχτη από την καμινάδα
Και να αποθέσουμε στον τοίχο τη ξεβαμμένη πολυθρόνα
Κι απέ κάποια χαρτιά να απλώσουμε στο τραπέζι
Κι έπειτα βαθιά κρατώντας την αναπνοή
Που πια στενάχωρη δες ρέει
Και στη σιωπή μας να αποσυρθούμε
Σαν όλους τους κυνηγημένους και φυλακισμένους
Κι απ' όλους πια αποδιωγμένοι -για όσα πια μας ταλανίζουν
Με ανοιχτά τα μάτια, τη καρδιά στη γη μας την απάνθρωπη...
Μη με μεμφθείς εκείνη τη στιγμή πια αδερφέ μου!
Ας σβήσω πια τη λάμπα κι ας τυλιχτώ με την κουβέρτα
Κι ας σιωπήσω!
Κι αν είναι αύριο για παραπέρα υπάρχει κι άλλος δρόμος...

μετάφραση: Σωτήρης Ε. Γυφτάκης



από το βιβλίο Πολωνοί Ποιητές - εκδ. λεξίτυπον, 2007 

Η σκέψη μου




Αν μπορούσα θα έδενα τη σκέψη μου
και σε βαριές αλυσίδες θα την άδραχνα
Ίσως τότε, θέλοντας και μη
τελικά θα ηρεμούσε

Επειδή, χωρίς να με ειδοποιεί
πάντα θα ξεστρατίζει
Όταν θα ψάχνω πού θα μπορούσε να πάει
θα την βρίσκω να τρέχει πάλι σ' εσένα

Τι νιώθω λοιπόν, δεν ξέρω
αλλά αν είχα αυτή τη δύναμη, 
φτερά στη σκέψη μου θα έβαζα
για να την βοηθούσα στη φυγή της.

απόδοση: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου



~ Βερόνικα Μίκλε: Τι νιώθω, λοιπόν, δεν ξέρω


[Αν της ιτιάς]

Αν της ιτιάς κλαρί χτυπά
τη τζαμαρία τη θαμπή,
μνήμη καλή είναι που αγαπά
πάλι στο σπίτι μου να μπει.

Στης λίμνης το φυρό νερό
αστέρι' αν τρέμουνε πολλά,
είναι τον πόνο τον πικρό
να μου πραΰνουν απαλά.

Κι αν από φράχτη συννεφιά
βγαίν' η σελήνη και κοιτά,
είναι η θεία σου ομορφιά
που με ακλουθεί παντού πιστά.

μετάφραση: Κώστας Ασημακόπουλος
Νέα Εστία τχ. 1619 

Εγωτική προπαγάνδα (αποσπάσματα)



IV
Σαν σε προθάλαμο χειρουργείου,
η φρίκη
βηματίζει νευρικά στον οισοφάγο μου,
τα παιδιά της ανασταίνονται,
που έλεγες, χθες,
είχαν πεθάνει.

Φοβάμαι
και τούτο
είναι όλο.

Χ
Αδέρφια μου,
ακούστε καλά, 
μια μέρα θα φτιάξουμε
τον γυάλινο κήπο που ονειρευόμαστε, 
μια μέρα από το γυάλινο πηγάδι του
θα αντλήσουμε 
ζεστή σοκολάτα
και λουλούδια εντελβάις, 
πολύτιμο δώρο
γι' αυτούς που παλεύουνε
για να γίνουν παραμυθένιοι, 
ίσως για μια γυναίκα, 
ίσως, απλά, για την καύλα τού
παραμυθιού,
ίσως, αλλόκοτα,
γιατί αλλιώς δεν θα
μπορούσαν.
Εκδίκηση,
στ' όνομα καθετί εύθραυστου!

Μόνος θεατής
(απόσπασμα)

Ένα φυλλαράκι
πέφτει φθινοπωριάτικα
και το κινηματογραφώ
με τα μάτια μου
σε ρόλο φλουταρισμένης κάμερας,
και ανοίγει την αυλαία 
στο θέατρο του παροξυσμού:
ξεπροβάλλει
ένας ολόκληρος θίασος
που εκτελεί με ονειρική ακρίβεια,
με βελούδινη πολυτέλεια
την παράσταση της ουτοπίας
και το έργο λέγεται
«Η μυρωδιά σου».

Η σκηνή είναι
ένα γιγάντιο απολιθωμένο έντομο
σε στάση προσευχής
που ονομάζεται «Ακρόπολη»,
και κάθε φορά
που ανατριχιάζει
το χνούδι της φωνής σου
τρίζει προσπαθώντας 
να ζωντανέψει.

Αυτή την αναρχική στιγμή
εσύ αλλού,
αλλού κι εγώ,
είμαστε λιγάκι πιο κοντά,
είμαστε λιγάκι
ο εαυτός μας.

Μόνος θεατής
είναι η νύχτα
που έχει γείρει
στο κιγκλίδωμα
μιας υπερσύγχρονης κρεμαστής γέφυρας,
πιάνοντας σιγανή κουβεντούλα
με την άκρη του κόσμου,
η μισή γκρεμισμένη,
η άλλη μισή
υπό κατασκευή,
σαν την ανάσα μου
όταν γυρεύω
το καλύτερο κομμάτι της
για να στροβιλίσω 
έναν τυφώνα
σε μια ελάχιστη περιοχή
στο λαιμό σου.

Κι αυτό το μεγάλο θέατρο
είναι χτισμένο
πάνω στα σκασμένα,
σεισμογενή χείλη
του πολιτισμού μας,
που τόσους αιώνες
υποκρίνεται μια παθιασμένη
συνουσία,
μα χωρίς πια
να μας τρομάζει,
χωρίς πια να μας τρομάζει.

Γαλάζια μηχανή
(απόσπασμα)

III
Σαν το νερό,
πηγαίνοντας που σχίζει το βαπόρι, 
χόρευε η σκόνη
στην πρώτη αχτίδα της Μέρας. 
Ήμουν
ολότελα μόνος.
Έπειτα ένιωσα το φως υφασμένο 
στους μαύρους κύκλους 
κάτω απ' τα μάτια μου, 
ένα ψιθύρισμα, 
μια φωνή 
στραφταλιστή πίσω απ' τις λέξεις:

«Φύγαν οι νύμφες. 
Στο νοτισμένο 'ναι πια 
κήπο σταγόνες».

Κράταε στο χέρι ψηλά
μια λεπίδα στομωμένη με τον πολτό του ήλιου:

«Είμαι ο άγγελος 
ταξιδιών απίθανων,
του νόστου πουλί.

Θε να 'ναι κρυφό
τ' όνομα μου για πάντα,
σβησμένο στο φως».

Άξαφνα τινάχτηκαν οι ψηφιδωτές εικόνες,
ένα σμήνος πυγολαμπίδες,
μια έκρηξη.
Μετά
το δειλινό των αισθήσεων

Γκρίζο
(απόσπασμα)

Όλα ξεκίνησαν μιαν αυγή που γκρίζεψε η θάλασσα και χλόμιασαν τα πεύκα. Χαλάσανε όλα τότε και η γη γέμισε δάκρυα που στάζουν μαζί με τον φόβο, τον φόβο, τον φόβο. Κάτι πέτρες, που πρωτύτερα τις πλάθαμε στις παλάμες μας, γίνανε βράχια. Μερικοί κιόλας, μοναχά που τις βλέπουν, σκέφτονται τώρα πόνο και αξίνα και φτυάρι. Πώς έτσι έγινε και όλα τα πλοία έχουνε άξαφνα μια πατρίδα και σε κανένα δεν μπορείς να βάλεις τα όνειρα σου να τα πάει στ' αστέρια, καθόλου δεν καταλάβαμε και ούτε μας είχε περάσει ποτέ από τον νου πως κάτι τέτοιο μπορούσε να είχε συμβεί.

Νυχτοκόπος

Θέλω να βυθίσω εμέναν,
μακριά στη νορβηγική θάλασσα
θα κοιτάζω τα φιορδ,
στα ρουθούνια μου θα μπαίνει νερό
και σιγά
σιγά θα βυθιστώ με την όμορφη εικόνα των φιορδ
στο μυαλό μου

[....]
Θέλω να παίξω ποδόσφαιρο
μ' αυτή την μπάλα,
όπως τα παιδιά στις όχθες της Γκαμπόν,
στην αμμουδιά
-δύο λεπτά να σκουπίσω το μέτωπο μου απ' τον
ιδρώτα,
κάνει ζέστη σ' αυτή τη θάλασσα-
και να την κλοτσήσω
στον ήλιο
και να γυρίσει,
μήπως και καταλάβει κανείς
πόσο πολύ δεν με νοιάζει
αν καούν όλα
τα δολάρια
και τα μάρκα
και τα γιεν του κόσμου
ή σφαχτούν στην ποδιά μιας καινούριας μέρας
που θ' αγαπά άλλον,
για να γυρίσω κι εγώ να κοιμηθώ
της προκοπής,
στην Αθήνα.


Γιώργος Φιλιππίδης (1977-1997)
Μια μέρα του Ιουλίου, στο σπίτι του, στο Παγκράτι. Με απαγχονισμό και αυτοπυρπόληση ταυτοχρόνως



* Τα ποιήματα, το κείμενο και η φωτογραφία είναι από το βιβλίοΓιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια μηχανή - Εκδόσεις Κατανιώτη, 1999

91 ~ Θεόδωρος Ντόρρος: Ούτ' ένα τρίξιμο πιο ξυπνητής ζωής δε θα ταράξει το κλάμα του θανάτου της ψυχής μου.


Βραδινή μοναξιά

Είναι η ώρα που ολονώνε η ζωή βαραίνει την ψυχή μου.

Στο πλαϊνό γιαπί ένας εργάτης στήθηκε
ανάμεσα σε δυο φωτάκια ολοκόκκινα.
Μόλις που βλέπει.
Και ξαναρχίζει χτυπητό το πάφλασμα της λάσπης.
Και το σκάψιμο... Να πάρει μέσα κάποιονε...

Ώρα πολύ.

Κουράστηκα, μαζί του...
Φεύγει κι αυτός μέσ' στη βροχή,
σα ν' άφησε τον κόσμο ατέλειωτο.

Δε βλέπω πια παρά το γέρο αντίκρυ,
ακίνητο στη θέση του.
Και μ' όλα του τα όνειρα,
εκεί που είναι ζει,
σαν τον όποιον άνθρωπο,
σαν όλους τους απόψε.
Καθένας τη δική του τη ζωή,
εκεί που είναι.

Κάπου. Κάπως.
Έτσι πεθαίνουν ολοένα.
Κι όλοι τους μαζί σα να μη το 'νιωσαν ποτές,
όχι μονάχα ένας,
όλοι τους μαζί...

Λες κι έφταιξα. Φουντώνω από ντροπή.

Ένα περπάτημα.
Το κάθε βήμα, εγερτήριο,
που θα τα ζωντανέψει όλα,
και μένανε θα σώσει.

Μα η συμπόνοια ξένη πάντα.
Δυνάμωσε και πέρασε αφήνοντας την πίκρα και το μίσος.

Αγριεμένα ψάχνουνε τα μάτια μου.

Ας πέρναγε τώρα ένα μοναχά ταξί.
Θα πρόφταινα να δω θαμπά στο μουσκεμένο φως του...
Μ' ακούω μακριά το βραχνασμό του,
σαν ο δικός μου ο λαιμός να σφίγγεται μέσα στο χέρι του σωφέρ.

Μαζί με τη θυσία μου και το χαμό μου.

Μέσ' στο σκοτάδι
που ξανάσβησε το δρόμο τον απόμερο της πόλης,
κανένας άλλος ζωντανός.
Ολόγυρα στους τοίχους μαυρίζουν τα παράθυρα
σαν τάφοι, σηκωμένοι, όλοι μονομιάς.
Και μέσα τρυπωμένοι σκελετοί.
Κοντά τους είναι κι η ζωή, όπως κι αλλού,
ξαφνιάζει κάποιονε, και φεύγει,
τραβηγμένη από κάποια πονηράδα μεγαλύτερη.

Ξέχασαν όλοι πια πως τη ζητάνε.

Ολομόναχος, τρομάζω, νιώθοντας όλο μου τον όγκο,
και μπρος μου, αμίλητη την ύπαρξή μου, ολόρθη.
Αυτή που είναι το κενό.
Γεμάτο φόβο.

Σα να μην έχω ζήσει παρά τότε.

Οι θύμησες μου, αλλουνού.
Μα όχι. Ποτέ δεν έτυχε να είμαι γω σε κάποιο μέρος.
Είμαι παντού με όλους, και πιο πολύ παντού.

Θα φύγω αμέσως κι από δω.
Να μη σταθώ ποτέ.
Σε ξένους ήλιους και δροσιές,
στου καθενός το στολισμένο τίποτα, καμαρωμένο,
να ξεπεράσω τη δική μου την ψευτιά.

Ούτε κι εκεί.

Στο δρόμο,

εξω,
περπατάτε.
Κοντά στο χώμα και στον ουρανό.
Πάντα πηγαίνετε. Ποτέ μη σταματάτε.
Κι εγώ ίσα γραμμή στο πλοίο το μικρό,
μονάχος με τον κίνδυνο
που όλα αυτός τα βλέπει.
Στα κύματα, με τη μεγάλη τη ζωή. Ατέλειωτα.
Κάπου κει και πιο μακριά. Δεν ξέρω.
Μακρύτερα απ' όλους σας.
Πάντα ορθός, αλύγιστος,
ριγίζοντας στον άνεμο το σκοτεινό
που θα παγώνει τα φλογισμένα μάτια μου,
τον τελευταίο πυρετό της σάρκας θα δροσίζει.
Όλο θα πηγαίνω, ίσαμε να πέσω - μια φορά.
Όχι πάντοτε, σαν όλους σας που ζείτε κάπου απόψε,
έτσι κάπως.

Λεφτερωμένος απ' τη δική σας τη ζωή.

Τα γινόμενα

Τα όμορφα -μεγάλα- γινόμενα
φτάνει να δίνουν σεβασμό και δάκρυα.

Μα ό,τι κινάει τη ζωή μας
-εκείνηνε που δρα-
πρέπει να θέλει το ξεγίνομα
της καθισμένης της προσπάθειας
που 'μείνε μόνο κόπος,
και χωρίστηκε
στο γύρεμα της γνώσης,
στο ξέχασμα μέσ' στου κορμιού μας το βασίλειο,
στου νου μας την κατάχτηση πάνω στους άλλους
και στον ίδιο εαυτό μας,
στις ομορφιές. Τέτοιες, δεν έφτιασαν,
δεν είδανε ως τα σήμερα καμιά, απόλυτη.
Γιατί οι αληθινές δε φανερώνουνται σε κόσμο που 'ναι
θρονιασμένη η ασχήμια πονηρεμένης βαρβαρότηρας.
Κι όσοι, ανάμεσα του, προσπαθήσαν
να τις ιδούνε, να τις φιάξουνε, εγελαστήκαν.

Μεγαλωμένος σήμερα. Μ' ό,τι μου δόθηκ' απ' τη
φύση κι απόμειν' απ' των άλλωνε τα κέφια.

Δε σέρνουμαι απ' τους αιώνες πίσω μου,
τους κρατημένους στα μουσεία, στα ερείπια,
και που ακούω να μου λένε ότι τρέχουνε ακόμα
μέσ' στο αίμα μου.

Ούτε τραβιέμαι άθελα μέσ' στο σκοτάδι
κείνων που θα 'ρθούνε.


Οι λίγοι που κρατιώνται ζωντανοί
μ ο ν ά χ α
για ένα   έ π ε ι τ α   καλύτερο της ράτσας μας, μισούν
τα φίλτρα που κολλούν στα γινόμενα τη ζωή μας,
σαν το παιδί στης μάννας την ποδιά.

Η όρεξη για δράση
πρωτοφανέρωμα ζωής,
της μόνης,
σαρκωμένης,
πάντα καινούριας
-όπως είναι—
μπρος στη γδυτή ψυχή μας
και στην τέτοια γνώση   μ ό ν ο
που μπορεί να στέκετ' εκεί μπρος.

Στην κάθε μεγαλούπολη,
το κάθε βράδυ

[Έτοιμα όλα, δικαιώνουν την πολύξερη υποδοχή του μαιτρ ντ' οτέλ. Στ' αντίκρυσμα της σάλας νεύει με μάθηση αλάθευτη το μαλακό το κύλισμα ευγένειας πολιτισμένα δουλεμένης. Προσφέρει άνεση. Καθήκον υψηλόν. Και ξαναλέει με υπόκλιση πως είναι μόνο το καλύτερο που βρίσκεται ύστερ' απ' τη χλιδή του παλατιού τουκαθενός πελάτη... Όμως δε θα του είναι βαρετή κι αυτού του πολυχρήματου. Απολογία στην προνομιούχο απόλαυση. Τίποτα δε θα ταράξει την καλοσύνη της παρουσίας του. Τίποτα που θα 'ταν σα λέξη τολμηρή μπρος σε κυρία.

Τα γυαλικά κατάστεγνα με των ασημικών τη λάμψη ταιριασμένα. Ασπράδα πλούσια στις τσάκισες. Οι μυρωδιές, τα χρώματα, τα σχήματα και οι ουσίες των φαγιών μελετημένη εξυπνάδα. Και το στομάχι αν πονούσε θα 'ταν απρεπές. Ίδια κι οι σκέψεις και τα λόγια, που δε βγαίνουνε απ' τη γραμμή της συμφωνίας. Σκεπάσαν οι λαμπίτσες κάθε βάναυση ακτίδα του φωτός.]

(Μουσικές και τραγούδια, Ι)

Ξεμούδιασμα

Η σπιθερή ματιά ενός «καλού πελάτη», ακολάκευτη,
μονολογεί.
Όπως το κάνει πάντα αυτός.
Και μπρος στο γέλιο μιας κοκότας.
Έτσι, ανόητα,
προσμένει να μιλήσει τα κρυφά του:
    «—Ω! τέτοια μουσική! Συ μου βουβαίνεις
    της ατόξινης αλήθειας τη φωνή πως είν'
    αλλού εκείνα τ' άλλα... πολύ αλλού.
    Μου πνίγεις μέσα μου τον πόνο μακρινής
    αλήθειας σαν έτσι ανεμίζεις τις ύπουλές μου
    αγιότητες.
    Σ' όλους το ίδιο κάνεις.
    Γι' αυτό δε βλέπω το γελοίο μου.

    Και παύεις.
    Τόσο μονάχα
    ως που να δω σταματημένα όλα.»

(Μουσικές και τραγούδια, ΙV)

Παλαιϊκές συγκινήσεις

Ψωμιού κομμάτι
κι ένα κορμί
απάνω τους τραβούνε την ντροπή μου,
-αυτή το μόνο μου 'μεινε-
το πιο αληθινό.
Και μάτια, σε στιγμές που ξεμακραίνουν, τεντωμένα.

Με τελετή νεκρώσιμη
δίνουν ζωή στους τοίχους
και μαρτυρούν επίσημα οι σκελετοί του πόνου:
τραπέζι και καρέκλα.

Σαν κρεμασμένες γέρικες ψυχές
θα προστατεύουν οι κουρτίνες
το κλάμα που θα γίνετ' εδώ μέσα,
για κάποιο θάνατο,
για πάντα.
Ανάλλαχτα θα μείνουν όλα
γιατ' είν' ο πόνος τους ατέλειωτος.

Ούτ' ένα τρίξιμο πιο ξυπνητής ζωής δε θα ταράξει
το κλάμα του θανάτου της ψυχής μου.


Θεόδωρος Ντόρρος [Ted Dorros] (1895-1954)
Μήνα Οκτώβριο, μαζί με την αμερικανίδα γυναίκα του. Σ' ένα χωριό, νοτίως του Παρισιού, όπου είχαν αποσυρθεί.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Έρωτας και Χρόνος

Έρωτας και Χρόνος

The Teacup by Catrin Welz Stein

Από το χρόνο και τον έρωτα να γλυτώσουμε δε μπορούμε. Είτε κάτω από τη γη κρυφτούμε, είτε κάνουμε τους τρελούς, είτε αρχίσουμε τις προσευχές και τα λιβανίσματα, το σώμα και η ψυχή είναι θηράματα αξιόλογα για το χρόνο και τον έρωτα, εξίσου και για τα δυό. Και τα λαβώματά τους είναι το ίδιο αήττητα από τον άνθρωπο. Με κανένα μαντζούνι ή γιατρικό δε μπορείς να ξεχάσεις έρωτα ή να ξεμπλέξεις από το χρόνο. Πως μπορεί να κρύψει το φουντωμένο πρόσωπο μια νεαρή ερωτευμένη ή ένας άνδρας πληγωμένος να παύσει δυο κρεμασμένες σταγόνες από τις κόγχες των ματιών του; Ή μήπως μπορεί κανείς να σκεπάσει δυο χαρακιές στο μέτωπο και άλλες τόσες γύρω από τα χείλη; Ούτε ο πιο σπουδαίος Θεός δε μπορεί να τα νικήσει. Και αν κανείς λέει πως είναι κατακτητής του έρωτα και του χρόνου, έχει μπλέξει σε μια αυτολατρεία καταστροφική και απερίσκεπτη.


Βέρα J. Φραντζή