Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

91 ~ Θεόδωρος Ντόρρος: Ούτ' ένα τρίξιμο πιο ξυπνητής ζωής δε θα ταράξει το κλάμα του θανάτου της ψυχής μου.


Βραδινή μοναξιά

Είναι η ώρα που ολονώνε η ζωή βαραίνει την ψυχή μου.

Στο πλαϊνό γιαπί ένας εργάτης στήθηκε
ανάμεσα σε δυο φωτάκια ολοκόκκινα.
Μόλις που βλέπει.
Και ξαναρχίζει χτυπητό το πάφλασμα της λάσπης.
Και το σκάψιμο... Να πάρει μέσα κάποιονε...

Ώρα πολύ.

Κουράστηκα, μαζί του...
Φεύγει κι αυτός μέσ' στη βροχή,
σα ν' άφησε τον κόσμο ατέλειωτο.

Δε βλέπω πια παρά το γέρο αντίκρυ,
ακίνητο στη θέση του.
Και μ' όλα του τα όνειρα,
εκεί που είναι ζει,
σαν τον όποιον άνθρωπο,
σαν όλους τους απόψε.
Καθένας τη δική του τη ζωή,
εκεί που είναι.

Κάπου. Κάπως.
Έτσι πεθαίνουν ολοένα.
Κι όλοι τους μαζί σα να μη το 'νιωσαν ποτές,
όχι μονάχα ένας,
όλοι τους μαζί...

Λες κι έφταιξα. Φουντώνω από ντροπή.

Ένα περπάτημα.
Το κάθε βήμα, εγερτήριο,
που θα τα ζωντανέψει όλα,
και μένανε θα σώσει.

Μα η συμπόνοια ξένη πάντα.
Δυνάμωσε και πέρασε αφήνοντας την πίκρα και το μίσος.

Αγριεμένα ψάχνουνε τα μάτια μου.

Ας πέρναγε τώρα ένα μοναχά ταξί.
Θα πρόφταινα να δω θαμπά στο μουσκεμένο φως του...
Μ' ακούω μακριά το βραχνασμό του,
σαν ο δικός μου ο λαιμός να σφίγγεται μέσα στο χέρι του σωφέρ.

Μαζί με τη θυσία μου και το χαμό μου.

Μέσ' στο σκοτάδι
που ξανάσβησε το δρόμο τον απόμερο της πόλης,
κανένας άλλος ζωντανός.
Ολόγυρα στους τοίχους μαυρίζουν τα παράθυρα
σαν τάφοι, σηκωμένοι, όλοι μονομιάς.
Και μέσα τρυπωμένοι σκελετοί.
Κοντά τους είναι κι η ζωή, όπως κι αλλού,
ξαφνιάζει κάποιονε, και φεύγει,
τραβηγμένη από κάποια πονηράδα μεγαλύτερη.

Ξέχασαν όλοι πια πως τη ζητάνε.

Ολομόναχος, τρομάζω, νιώθοντας όλο μου τον όγκο,
και μπρος μου, αμίλητη την ύπαρξή μου, ολόρθη.
Αυτή που είναι το κενό.
Γεμάτο φόβο.

Σα να μην έχω ζήσει παρά τότε.

Οι θύμησες μου, αλλουνού.
Μα όχι. Ποτέ δεν έτυχε να είμαι γω σε κάποιο μέρος.
Είμαι παντού με όλους, και πιο πολύ παντού.

Θα φύγω αμέσως κι από δω.
Να μη σταθώ ποτέ.
Σε ξένους ήλιους και δροσιές,
στου καθενός το στολισμένο τίποτα, καμαρωμένο,
να ξεπεράσω τη δική μου την ψευτιά.

Ούτε κι εκεί.

Στο δρόμο,

εξω,
περπατάτε.
Κοντά στο χώμα και στον ουρανό.
Πάντα πηγαίνετε. Ποτέ μη σταματάτε.
Κι εγώ ίσα γραμμή στο πλοίο το μικρό,
μονάχος με τον κίνδυνο
που όλα αυτός τα βλέπει.
Στα κύματα, με τη μεγάλη τη ζωή. Ατέλειωτα.
Κάπου κει και πιο μακριά. Δεν ξέρω.
Μακρύτερα απ' όλους σας.
Πάντα ορθός, αλύγιστος,
ριγίζοντας στον άνεμο το σκοτεινό
που θα παγώνει τα φλογισμένα μάτια μου,
τον τελευταίο πυρετό της σάρκας θα δροσίζει.
Όλο θα πηγαίνω, ίσαμε να πέσω - μια φορά.
Όχι πάντοτε, σαν όλους σας που ζείτε κάπου απόψε,
έτσι κάπως.

Λεφτερωμένος απ' τη δική σας τη ζωή.

Τα γινόμενα

Τα όμορφα -μεγάλα- γινόμενα
φτάνει να δίνουν σεβασμό και δάκρυα.

Μα ό,τι κινάει τη ζωή μας
-εκείνηνε που δρα-
πρέπει να θέλει το ξεγίνομα
της καθισμένης της προσπάθειας
που 'μείνε μόνο κόπος,
και χωρίστηκε
στο γύρεμα της γνώσης,
στο ξέχασμα μέσ' στου κορμιού μας το βασίλειο,
στου νου μας την κατάχτηση πάνω στους άλλους
και στον ίδιο εαυτό μας,
στις ομορφιές. Τέτοιες, δεν έφτιασαν,
δεν είδανε ως τα σήμερα καμιά, απόλυτη.
Γιατί οι αληθινές δε φανερώνουνται σε κόσμο που 'ναι
θρονιασμένη η ασχήμια πονηρεμένης βαρβαρότηρας.
Κι όσοι, ανάμεσα του, προσπαθήσαν
να τις ιδούνε, να τις φιάξουνε, εγελαστήκαν.

Μεγαλωμένος σήμερα. Μ' ό,τι μου δόθηκ' απ' τη
φύση κι απόμειν' απ' των άλλωνε τα κέφια.

Δε σέρνουμαι απ' τους αιώνες πίσω μου,
τους κρατημένους στα μουσεία, στα ερείπια,
και που ακούω να μου λένε ότι τρέχουνε ακόμα
μέσ' στο αίμα μου.

Ούτε τραβιέμαι άθελα μέσ' στο σκοτάδι
κείνων που θα 'ρθούνε.


Οι λίγοι που κρατιώνται ζωντανοί
μ ο ν ά χ α
για ένα   έ π ε ι τ α   καλύτερο της ράτσας μας, μισούν
τα φίλτρα που κολλούν στα γινόμενα τη ζωή μας,
σαν το παιδί στης μάννας την ποδιά.

Η όρεξη για δράση
πρωτοφανέρωμα ζωής,
της μόνης,
σαρκωμένης,
πάντα καινούριας
-όπως είναι—
μπρος στη γδυτή ψυχή μας
και στην τέτοια γνώση   μ ό ν ο
που μπορεί να στέκετ' εκεί μπρος.

Στην κάθε μεγαλούπολη,
το κάθε βράδυ

[Έτοιμα όλα, δικαιώνουν την πολύξερη υποδοχή του μαιτρ ντ' οτέλ. Στ' αντίκρυσμα της σάλας νεύει με μάθηση αλάθευτη το μαλακό το κύλισμα ευγένειας πολιτισμένα δουλεμένης. Προσφέρει άνεση. Καθήκον υψηλόν. Και ξαναλέει με υπόκλιση πως είναι μόνο το καλύτερο που βρίσκεται ύστερ' απ' τη χλιδή του παλατιού τουκαθενός πελάτη... Όμως δε θα του είναι βαρετή κι αυτού του πολυχρήματου. Απολογία στην προνομιούχο απόλαυση. Τίποτα δε θα ταράξει την καλοσύνη της παρουσίας του. Τίποτα που θα 'ταν σα λέξη τολμηρή μπρος σε κυρία.

Τα γυαλικά κατάστεγνα με των ασημικών τη λάμψη ταιριασμένα. Ασπράδα πλούσια στις τσάκισες. Οι μυρωδιές, τα χρώματα, τα σχήματα και οι ουσίες των φαγιών μελετημένη εξυπνάδα. Και το στομάχι αν πονούσε θα 'ταν απρεπές. Ίδια κι οι σκέψεις και τα λόγια, που δε βγαίνουνε απ' τη γραμμή της συμφωνίας. Σκεπάσαν οι λαμπίτσες κάθε βάναυση ακτίδα του φωτός.]

(Μουσικές και τραγούδια, Ι)

Ξεμούδιασμα

Η σπιθερή ματιά ενός «καλού πελάτη», ακολάκευτη,
μονολογεί.
Όπως το κάνει πάντα αυτός.
Και μπρος στο γέλιο μιας κοκότας.
Έτσι, ανόητα,
προσμένει να μιλήσει τα κρυφά του:
    «—Ω! τέτοια μουσική! Συ μου βουβαίνεις
    της ατόξινης αλήθειας τη φωνή πως είν'
    αλλού εκείνα τ' άλλα... πολύ αλλού.
    Μου πνίγεις μέσα μου τον πόνο μακρινής
    αλήθειας σαν έτσι ανεμίζεις τις ύπουλές μου
    αγιότητες.
    Σ' όλους το ίδιο κάνεις.
    Γι' αυτό δε βλέπω το γελοίο μου.

    Και παύεις.
    Τόσο μονάχα
    ως που να δω σταματημένα όλα.»

(Μουσικές και τραγούδια, ΙV)

Παλαιϊκές συγκινήσεις

Ψωμιού κομμάτι
κι ένα κορμί
απάνω τους τραβούνε την ντροπή μου,
-αυτή το μόνο μου 'μεινε-
το πιο αληθινό.
Και μάτια, σε στιγμές που ξεμακραίνουν, τεντωμένα.

Με τελετή νεκρώσιμη
δίνουν ζωή στους τοίχους
και μαρτυρούν επίσημα οι σκελετοί του πόνου:
τραπέζι και καρέκλα.

Σαν κρεμασμένες γέρικες ψυχές
θα προστατεύουν οι κουρτίνες
το κλάμα που θα γίνετ' εδώ μέσα,
για κάποιο θάνατο,
για πάντα.
Ανάλλαχτα θα μείνουν όλα
γιατ' είν' ο πόνος τους ατέλειωτος.

Ούτ' ένα τρίξιμο πιο ξυπνητής ζωής δε θα ταράξει
το κλάμα του θανάτου της ψυχής μου.


Θεόδωρος Ντόρρος [Ted Dorros] (1895-1954)
Μήνα Οκτώβριο, μαζί με την αμερικανίδα γυναίκα του. Σ' ένα χωριό, νοτίως του Παρισιού, όπου είχαν αποσυρθεί.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Έρωτας και Χρόνος

Έρωτας και Χρόνος

The Teacup by Catrin Welz Stein

Από το χρόνο και τον έρωτα να γλυτώσουμε δε μπορούμε. Είτε κάτω από τη γη κρυφτούμε, είτε κάνουμε τους τρελούς, είτε αρχίσουμε τις προσευχές και τα λιβανίσματα, το σώμα και η ψυχή είναι θηράματα αξιόλογα για το χρόνο και τον έρωτα, εξίσου και για τα δυό. Και τα λαβώματά τους είναι το ίδιο αήττητα από τον άνθρωπο. Με κανένα μαντζούνι ή γιατρικό δε μπορείς να ξεχάσεις έρωτα ή να ξεμπλέξεις από το χρόνο. Πως μπορεί να κρύψει το φουντωμένο πρόσωπο μια νεαρή ερωτευμένη ή ένας άνδρας πληγωμένος να παύσει δυο κρεμασμένες σταγόνες από τις κόγχες των ματιών του; Ή μήπως μπορεί κανείς να σκεπάσει δυο χαρακιές στο μέτωπο και άλλες τόσες γύρω από τα χείλη; Ούτε ο πιο σπουδαίος Θεός δε μπορεί να τα νικήσει. Και αν κανείς λέει πως είναι κατακτητής του έρωτα και του χρόνου, έχει μπλέξει σε μια αυτολατρεία καταστροφική και απερίσκεπτη.


Βέρα J. Φραντζή

Έρωτας est γράφει η Γεωργία Καλδάνη












Ο έρωτας έχει μια πολύ διαφορετική έννοια για μένα. Και ελάχιστα συμπεριλαμβάνει το σεξ. Έρωτας είναι κάτι άλλο. Κάτι απλό και πολύ ανώτερο. Κάτι που σε κάνει να αισθάνεσαι όμορφα για ώρες, μέρες, νύχτες. Και όχι απλώς για μια στιγμή.
Έρωτας είναι μια σφιχτή αγκαλιά.
Ένα καρφωμένο βλέμμα πάνω του, που μπορεί να διαρκέσει ώρες.
Ένα "αεροπλανάκι" στο κρεββάτι, στον καναπέ, στην παραλία.
Η γεύση του.
Η μυρωδιά του.
Μια βόλτα πιασμένοι χεράκι-χεράκι.
Ένα φιλί στο μάγουλο.
Ένα χάδι στο λαιμό.
Το κεφάλι σου, στον ώμο του.
Το χέρι του να χαϊδεύει στο δικό σου, μέχρι να αποκοιμηθείτε.
Έρωτας είναι ένα αστείο μήνυμα. Μια αναπάντεχη έκπληξη. Η λάμψη στα μάτια σου όταν βλέπεις τα δικά του. Το χαμόγελο ευτυχίας που σχηματίζεται στα χείλη σου. Ο κόσμος σου που γίνεται πιο λαμπερός απλά και μόνο επειδή υπάρχει.
"Ο έρωτας συμβαίνει όταν τα σώματα δεν ακουμπιούνται.
Όταν δεν βρίσκονται καν δίπλα δίπλα. Eκεί."

Κάπως έτσι συνεννοείσαι με τον άλλον όταν ζεις ένα από αυτά Τα Βράδια. Δε μπορείς να βαρεθείς, να κουραστείς, να νυστάξεις. Αυτά δεν έχουν θέση στα βράδια αυτά. Αυτά τα βράδια τα έχουν όλα. Και το πιο σημαντικό από όλα είναι πως είναι σπάνια, διαφορετικά. Και η ομορφιά βρίσκεται συνήθως στη διαφορετικότητα. Κι ύστερα νιώθεις πως απέκτησες κάτι εκείνο το βράδυ. Ίσως κάτι αόριστο, ίσως κάτι απτό. Ίσως έναν άνθρωπο. Ίσως μια ιδέα. Ίσως τον εαυτό σου. Κι ύστερα χαμογελάς..


φλόγα



όλοι ψάχνουμε μια λύτρωση
πάρε ένα κομματάκι χαρτί
γράψε τη λέξη 
λύτρωση
με μικρά ή κεφαλαία
με όμικρον ή με ωμέγα
δεν έχει σημασία
ο θεός σου θα καταλάβει
πάρε ένα σπίρτο
που να έχει βυθιστεί μέχρι τη μέση
σε νερό με το οποίο έλουσε
τα μαλλιά της μια παρθένα
ή μια πουτάνα
βάλε φωτιά στο χαρτάκι
ακολούθησε τις στάχτες
όπου τις πάει ο άνεμος
εκεί που θα προσγειωθούν
σε φρέσκο χώμα
φύτεψε ένα σπόρο
το χαμόγελο του παιδιού
που θα γευτεί τον καρπό
ή που θα δροσιστεί στη σκιά του δέντρου
που εσύ φύτεψες
είναι η λύτρωση που γύρευες
και η δική μου
όλων μας
γράμματα ξέρεις
σπίρτα έχεις
σπόρο ξέρεις που θα βρεις?

Γιώργος Τρίκερι

ζώντας





μην τρέχεις!μην προσπερνάς!!!
μην λησμονάς!!!
τα καλντερίμια της ζωης εχουν πολλά να σου πουν.....
και ο φάρος πάντα αναμμένος.....
... σε αυτο της το ταξίδι......
το χρώμα ζωηρό....
και η γεύση της γλυκόπικρη.....
παρτοκάλι και νεράντζι......ΖΗΣΕΕΕΕΕΕΕΕ την καθε στιγμή!!!!!
και ακου την......
νιώσε την....
καν' την δική σου......
μύρισε την.....
αγγιξέ την.....
χρωματισέ την.......


Ντινέττα Λιάκου

μετείκασμα



Σαν μπογιά εν βρασμώ των εξάψεών μου αντίκρυ σου, χυμένη στον αφυδατωμένο ερωτισμό μου, κάνεις την καρδιά μου να χτυπάει με έναν ρυθμό που δεν διάλεξα. Δεν ξέρω τι φταίει, ο καφές, η αϋπνία μου, η αγωνία μου, εσύ; Δεν υπάρχει καμιά συνοχή στις σκέψεις μου. Συνυφασμένη η ασπρόμαυρη λογική με το χρώμα του αγνώστου. Τι χρώματα έχει ο έρωτας; Αυτό που διαστέλλει τις κόρες των ματιών μου στην όψη σου; Τι χρώμα έχει το πάθος; Αυτό που κάνει το αίμα μου να τρέχει πιο γρήγορα στα κενά της καρδιάς μου όταν σε βλέπω; Ερωτεύομαι εικόνες γιατί φοβάμαι να αγγίξω. Εσένα που δεν θα γνωρίσω ποτέ. Δεν θέλω τίποτα να σε απομυθοποιήσει στον νου μου. Θέλω να αγγίζομαι με το φανταστικό και να φαντασιωθώ το αφύσικο του έρωτά μας το αβίωτο. Να μην ποτέ γνωρίσω την αφή του δέρματός σου μην τύχει και εξατμιστώ μη γίνω δεύτερο δέρμα σου και κάθε που αγγίζεσαι να σε χαϊδεύω. Δεν θέλω ούτε μια σταγόνα από το φιλί σου μη γίνει το ισχυρότερο ναρκωτικό της ψυχής μου κι από υπερβολική δόση αποπνεύσω. Ούτε το άρωμά σου να αφουγκραστώ θα θέλω. Πως θα χαρώ  τις μυρωδιές της φύσης αν μείνεις στα ρουθούνια μου μέσα όλη εσύ; Πως θα γιατρέψω όλες τις άρρωστές μου αισθήσεις όταν τις αναισθητοποιήσει ο λυρικός ρεαλισμός της επαφής μου μαζί σου; Μόνο να εξυμνώ την εικόνα σου δύναμαι. Να σε συναντήσω φοβάμαι. Να σε αγγίξω, διαλύομαι. Δεν συζητώ την σκέψη της γεύσης που θα έχει το φιλί σου. Θα φανώ αδύναμη να συγκρατήσω την δύναμη μου. Αδύναμη και μικρή στα μεγάλα μου αισθήματα εμπρός σου.
Πέρα από την ανωτερότητα του πολυδιάστατου εγωισμού μου, δεν σου κρύβω πως θέλω με μια κίνηση να σπάσω ό, τι υπάρχει μπροστά μου, να μπω στην οθόνη και να σε πιάσω στα χέρια μου. Θα ορκιζόμουν στον ανάμεσά μας καθρέφτη πως σε θέλω. Να σε μυρίσω από τον λαιμό έως τα λεπτά σου γόνατα κι από τα στήθη μέχρι το μαλακό των δακτύλων σου να πάρω αποτυπώματά σου, να τα φορέσω στο σώμα μου και ποτέ ξανά ας μην ντυθώ. Μου φτάνεις πάνω μου εσύ. Τι κατάλαβα τόσο καιρό που προσπαθούσα να μην τρομάξω τους ανθρώπους; Δεν με νοιάζει αν τρομάζεις. Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να σε πλησιάσω ποτέ. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη μαγεία και έξαρση των αισθήσεών μου. Αυτή η εντύπωση που έχω πως όλα επάνω σου θα είναι τέλεια με την κάθε ατέλεια να ολοκληρώνει την εντυπωσιακή ομορφιά σου.


Δ.Π.Β.

Το συρτάρι των Αναμνήσεων...


Στο ποίημά του Ψυχή -Ο Κώστας Καρυωτάκης αναφέρει:
''Ενα συρτάρι εβένινον εκεί
των αναμνήσεων κρύβει το χρυσάφι.Την ώρα που γεμίζουν ίσκιο οι θόλοι,
καθισμένη σε πέτρα το κοιτά,
το σφίγγει στα ωχρά χέρια κλαίοντας όλη''.

http://th09.deviantart.net/fs70/PRE/f/2010/198/c/2/Old_Drawers_by_Maizzi.jpg
Ενα συρτάρι εβένινον εκεί των  αναμνήσεων..

Τα συρτάρια έχουν μυστικά,κρατάνε 

φυλαγμένα και προστατευμένα απο το 

χρόνο,αντικείμενα,αναμνήσεις,όνειρα,

όλα όσα θελήσαμε να κρατήσουμε απο 

φόβο μήπως η μνήμη τα ''παραπετάξει'', ή 

τα κοιμίσει για πάντα η λήθη στην

αγκαλιά της.

Κάποια συρτάρια δεν ανοίγουν ποτέ, στα 

σκοτεινά επιβιώνουν τα πολύτιμα 

κρυμμένα τους μυστικά, περιμένοντας 

καρτερικά ένα χέρι να τα βγάλει στο φως.

Συνήθως σ' αυτά τα  συρτάρια 

εμπλέκονται περισσότεροι του ενός 

Είναι κάτι σαν ''σελιδοδείκτες 

αναμνήσεων''
Φωτογραφίες με αγαπημένα πρόσωπα...
Ενα κοχύλι να θυμίζει το ''ανεμόσπαρτο'' 

Καλοκαίρι,στο νησί...
Το αποξηραμένο τριαντάφυλλo ,ενθύμημα ενός έρωτα που τέλειωσε νωρίς...
Ιδιόχειρα σημειώματα με λόγια Αγάπης,ίσως και αιώνιους όρκους που δόθηκαν κάτω απ'το φως ενός φεγγαριού μα, κράτησαν όσο μιαπανσέληνος Αυγούστου...
 


Ενα τέτοιο συρτάρι (το δικό μου συρτάρι),χρόνια τώρα παρέμεινε κλειστό. 'Ηταν άραγε ο φόβος ν'αναμετρηθώ με το παρελθόν;
Δεν είναι εύκολο να είναι κανείς 

αντικειμενικός ως προς τις αναμνήσεις  του.


 Εξιδανικεύονται στο πέρασμα του 

χρόνου.

Η 
 συναισθηματική μνήμη, είναι 

διαφορετική  δεν μπαίνει σε κουτάκια...

Κάποτε φτάνει μια μικρή 

αφορμή  και  αποφασίζεις  να κάνεις την

 προσωπική   σου ''κάθοδο'' στο πηγάδι

 των  αναμνήσεων.

Οπως  
ο ήρωας του  Ουμπέρτο Έκο -''Η
 μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας 
Λοάνα'.
Η πλοκή: Ένας έμπορος βιβλίων που πάσχει από αμνησία ξαναβρίσκει τη μνήμη του καθώς σιγά σιγά εγκαταλείπεται σ' ένα δαιμονικό στρόβιλο σπαραγμάτων από αγαπημένα μυθιστορήματα, ποιήματα, κινηματογραφικές ταινίες και κόμικς.
Στο συρτάρι μου''λοιπόν''..

Ενα τραγούδι έγινε η αφορμή της δικής μου βουτιάς,

 στο χρόνο των αναμνήσεων

Το τραγούδι συνάντησα τυχαία σήμερα στο youtube.

Bobby Solo - Amore mi manchi (1968)

Ενα τραγούδι που ήρθε και κάθισε ''Στης μνήμης το κλαδί''...
Θυμήθηκα ό,τι , ανάμεσα στα αποκόμματα των αναμνήσεων του συρταριού, είχα φυλάξει μια κασέτα με Ιταλικά τραγούδια,  δώρο του θείου (ναυτικός στο επάγγελμα), για τα γενέθλιά μου.
Σχεδόν ψαχουλεύοντας τη βρήκα, έκλεισα βιαστικά το συρτάρι και μαζί του έκλεισα τις αναμνήσεις , που ανέδυε νοσταλγικά.
Η κασέτα δεν έπαιζε, ο χρόνος  και η υγρασία, είχαν αφήσει πάνω της τα αποτυπώματά τους, οι τίτλοι όμως των τραγουδιών ήταν ευδιάκριτοι( scripta manent) και, ναι, υπήρχε το τραγούδι Αmore mi mahci!
Ας,μοιραστούμε τις μουσικές μου ''αναμνήσεις''

Bruno Lauzi - E penso a te



Nilla Pizzi - Desiderio

Charles Aznavour canta Non mi scorderò mai


RED MOON ( CLAUDIO VILLA )


La Notte dell'Addio . Ornella Vanoni . Herbie Hancock .


Lucio Battisti - E penso a te
MILVA - Tango Italiano



'Na sera 'e Maggio - R. Murolο


Λένε :''Oταν μοιράζεσαι τις αναμνήσεις σου /αυτές δεν ''σβήνουν'' ποτέ..
Ευχαριστώ, που το κάνατε (Μαρία Λαμπράκη)