Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Αγάπη είναι

Αγάπη είναι



Η ρωγμή στο πατρικό το σπίτι που αναδύεται εμπρός σου
κάθε που γυρνάς το βλέμμα σ’ έναν τόπο που δε γνώρισες
το φεύγω που σου είπε κάποτε
πριν τον ξεχάσεις και ξενυχτήσεις μοναχή σου
με τα βλέφαρα παραδομένα έκτοτε στις σιλουέτες
κάποιων καθοδικών σωλήνων που σε σημαδεύουν

το μονότονο κροτάλισμα των δοντιών
φυλακισμένων σ’ ένα στόμα που τραγουδήθηκε
αλλά δεν τραγούδησε ποτέ πέρα από κάποιους στίχους
που φιλήθηκε αλλά δεν άνοιξε
πέρα από μια φορά για να μιλήσει
ψηλά στην ταράτσα μια γυναίκα
στα σκοινιά μπλεγμένη φιμωμένη με τα ρούχα μιας ζωής

η κοιλιά ενός φουρτουνιασμένου ταύρου επάνω σου αγέρωχου
με τον αγκώνα για κατάρτι και τον σκορπιό εντός του
παρών όσο κανείς και αόρατος για όσο θέλεις
μόνο η κοιλιά το στήθος του και οι μηροί
αν τύχει και τους ψάξεις είναι αγάπη
αγάπη είναι η πλάτη του
κρυμμένη άβυσσος φωλιά των νυχιών σου
που αν ψηλαφίσουν και σου μηνύσουνε πως χάθηκες
θα ξεφουσκώσει το κτήνος
και άδειο στο πλάι σου θα πέσει

είναι δυο χείλη αγάπης
δυο χείλη που θα φιλήσεις πεθαμένα
τα μόνα από ένα σώμα πρόστυχο που γύρεψες δικά σου
ένας λώρος που μόνη σου κάποτε θα κόψεις
κι ας ξέρεις πως θα θριαμβεύσουν οι βελόνες
το γέλιο σου για το άγριο κλάμα ενός αθώου
του πιο πιστού σου αγνοούμενου στο μέλλον
ένα μητρώνυμο που τα ληξιαρχεία θα ξεχάσουν
μια ανακοίνωση από κάποιον λιμενικό
για έναν απόπλου ακυρωμένο
μια φίλη που θα σου θυμίσει τις εποχές που θόλωνες
γιατί ήταν όλα τόσο καθαρά

είναι η μητέρα σου πίσω απ’ την μπαλκονόπορτα
με τα χέρια τριαντάφυλλα δεμένα
εκείνη που εξαφανιζόταν όταν γυρνούσες
μ’ ένα τιμόνι μεθυσμένο
κάθε βραδιά που ανοιγοκλείνανε τα σύνορα
είναι η τσάντα σου που καταπίνει και βαραίνει
σκύλα πιστή ως τα τώρα
μέχρι το τέλος σκύλα πιστή
πότε μ’ ορθάνοιχτο το στόμα να σε μυρίζει
ή πότε βαθειά τον ώμο σου να δαγκώνει
τ’ αδιάβαστα βιβλία σμήνος που επιστρέφει ατσαλάκωτο
τα χαρισμένα που ατσαλάκωτα κι αυτά
που εσαεί να δηλωθούν τα περιμένεις
είναι το εσώρουχο της μιας δοκιμής μονάχα
το πιο πιστό μαντήλι που σε φροντίζει όταν κλαις
είναι οι ρυτίδες που η μάνα ερμήνευσε πως είναι του καθρέφτη
είναι το ψέμα, αλίμονο, το ψέμα είναι αγάπη
μα πάνω απ’ όλα αγάπη μου αγάπη είναι η ανάσα σου
την ώρα που το σώμα μου κουρσεύει





από την ποιητική συλλογή Με μια φλόγα όπως πάντα



Επίσκεψη

Επίσκεψη





Τι καλά που ήρθες! Κάτσε εδώ. Να τα πούμε θέλω. Μου έλειψες πολύ. Να σου κάνω καφέ; Όχι; Καλά, όπως θες, δεν επιμένω. Κάτσε εδώ. Σε τούτη την πολυθρόνα, τη μανιώδη συλλέκτρια σκόνης. Μονάχα για σένα την ξεσκόνισα. Για σένα μονάχα.

Με ρωτάς γιατί; Μα δεν το βλέπεις; Άδειασαν ένα-ένα τα δωμάτια. Άχθος ανθίζει παντού σιωπής οχληρής. Ενδύθηκα κι εγώ τη ρυπαρότητα του τίποτα. Βυθίστηκα στη σιγή των άδειων δωματίων νιώθοντας πάντα μια υποψία παγωμένου αέρα να χαϊδεύει το, από καιρό, εκπατρισμένο σώμα. Με τον καιρό ήρθε και η σαπίλα. Αναπάντεχα. Μούχλα στους τοίχους. Κάθε τόσο την ψηλαφίζω. Μήπως έτσι κάτι κρατήσω. Μήπως κάτι κρατήσω ζωντανό. Γεμίζει η παλάμη ύαινες, άνεμους, ενίοτε και φίδια. Πέτρες πάνω στις πέτρες το σπίτι. Το γεμάτο σκάλες που ραγίσματα ανεβοκατεβαίνουν. Το γεμάτο πόρτες και σκάλες στο χάος. Όλα μισοτελειωμένα και τεράστια. Τι τα 'θελα τα τόσο μεγάλα; Τι τα 'θελα τα τόσο πολλά; Άστεγη κάτω από τούτη τη στέγη. Αλαφροΐσκιωτη σε γκρεμούς και φεγγάρια. Τα βράδια αγέρας άγριος κρούει τη θύρα μου. Και τότε, είναι φορές που πέφτω στα γόνατα. Ικετεύω την ώρα της ανατολής. Να πέσει στην αγκαλιά μου ο ήλιος. Ικετεύω και η ανάσα μου σέρνει από πίσω της σκόνη. Φωτιά η ανάσα μου που βρυχάται στο στήθος. Πληγή, άλλοτε, που χάσκει ανοιχτή και σιωπά. Σιωπά και βαδίζει ασθμαίνοντας. Στα υπόγεια περάσματα των ανθών και των γρίφων. Στη θύμηση την αφύλακτη. Στην άγονη γραμμή των απόκρυφων πόθων για μιαν ανατολή. Εύκολο δεν είναι. Δρόμος πολύς για να φτάσεις στην πηγή των δακρύων. Δρόμος πολύς ως τη σκήτη τους. Στο χείμαρρο αφήνομαι. Γλιστρώ και κρύβομαι. Ξεγελιέμαι και βγαίνω. Παραμονεύω. Θα βουτήξω; Θ' αποδράσω ως κατάδικος ή των πηγών αιχμάλωτη θα μείνω;

Μα τι φλύαρη που είμαι! Από τα μούτρα σ’ έπιασα ακόμα δεν ήρθες! Σίγουρα δε θες έναν καφέ; Να σου κάνω; Κόπος δε μου είναι. Όχι; Τι; Φεύγεις κιόλας; Κάτσε λίγο ακόμα μαζί μου. Μίλα μου για σένα.  Έχω κι εγώ τόσα ακόμα να σου πω…






Δολοφόνοι! Και συ, αναρωτιέσαι ακόμα;

Δολοφόνοι! Και συ, αναρωτιέσαι ακόμα;


Η είδηση:

"Το κορίτσι και η μητέρα της δεν είχαν ρεύμα και χρησιμοποιούσαν το μαγκάλι για να ζεσταθούν. 
Σοκ προκαλεί στην κοινή γνώμη η είδηση ότι ένα 13χρονο κορίτσι έχασε τη ζωή του επειδή το μόνο που ήθελε ήταν να ζεσταθεί. Το τραγικό περιστατικό συνέβη στην Ξηροκρήνη Θεσσαλονίκης χθες το βράδυ, όταν μάνα και κόρη προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το τσουχτερό κρύο με ένα παραδοσιακό μαγκάλι το οποίο είχαν στο σπίτι τους. Η 13χρονη και η 54χρονη μητέρα της ήταν από τη Σερβία και όπως έγινε γνωστό δεν είχαν εδώ και καιρό στο σπίτι τους ρεύμα με αποτέλεσμα να βρουν εναλλακτικές λύσεις για να ζεσταθούν. Έτσι κατέφυγαν σε ένα μαγκάλι, το οποίο έμελλε να κοστίσει τη ζωή του κοριτσιού.
Στις 23:10 της Κυριακής η Άμεση Δράση ενημερώθηκε από το ΕΚΑΒ για ένα έκτακτο περιστατικό σε διαμέρισμα στην Ξηροκρήνη. Όταν έφτασαν βρήκαν το κορίτσι χωρίς τις αισθήσεις του και απλά διαπίστωσαν το θάνατό του. Όπως κατέθεσε η 54χρονη μητέρα, η ίδια λιποθύμησε από τις αναθυμιάσεις στις 10 το βράδυ και όταν συνήλθε είδε πεσμένη δίπλα της την κόρη της. Προσπάθησε να την συνεφέρει αλλά δεν ανταποκρινόταν στην ανάνηψη. Στο σημείο έσπευσε ιατροδικαστής, που εκ πρώτης όψεως διαπίστωσε ότι ο θάνατος της 13χρονης οφείλεται σε δηλητηρίαση από αέρια. Η μητέρα συνελήφθη." !!!!!!!!!!!!!




















Ανεγκέφαλε Τζήμερε, πες το μας πάλι: "Είναι θύμα παιδείας. Κανένας δεν της δίδαξε τις ιδιότητες του μονοξειδίου του άνθρακα.", όπως είπες για τους φοιτητές που βρέθηκαν και αυτοί νεκροί από μαγκάλι σε σπίτι στη Φιλιππούπολη.

Παλιάνθρωποι, εγκληματίες, βρωμεροί ξεπουλημένοι λακέδες της τρόικα τα δικά σας παιδιά δεν κινδυνεύουν από πείνα – πλημμύρες – αναθυμιάσεις –ξεσπιτωμούς. Τα δικά σας παιδιά δεν θα τα σκοτώσει η φτώχεια, ούτε σεις θα αυτοκτονήσετε από απελπισία γιατί σας έπνιξαν τα χρέη. Όσο για χαρακίρι υπό το βάρος των ευθυνών σας, ούτε λόγος βέβαια!

Και συ "κοινή γνώμη" σοκαρίστηκες, ε;

Αν αναρωτιέσαι, ακόμα, για το πόσο κοστολογείται η αξιοπρέπειά σου, πόσο αξίζει η ζωή σου και η ζωή των παιδιών σου, πόσο κοστίζει η σιωπή σου, πόσο αξίζει η ανοχή σου...

Αν αναρωτιέσαι για το χρόνο…
για τη χρονική περίοδο των τριακοσίων εξήντα τεσσάρων απογοητεύσεων, διαψεύσεων, ανασφάλειας, φόβου, προδοσίας, αυτοκτονιών και θανάτων

Αν αναρωτιέσαι  για τους πολιτικούς που σε κυβερνούν…
τ’ αναπάντητα «γιατί», αντικατέστησε με το «για ποιούς;» και με το «για πόσα;»

Αν αναρωτιέσαι για την ευθύνη…
είναι ένα φορτίο το οποίο εύκολα μεταφέρεται στις πλάτες των προηγούμενων, των τωρινών και των επόμενων, του θεού, των αλλοδαπών, της μοίρας, του πεπρωμένου, της τύχης, του γείτονα, των άλλων

Αν αναρωτιέσαι για την Ελλάδα…
για τη χώρα μας την τραγική ποιανής ξεπουλημένης πολιτικής και πολιτικών κατάντημα είναι

Αν αναρωτιέσαι για τον ισολογισμό ή για το πρωτογενές έλλειμμα ή για το πρωτογενές πλεόνασμα….
για τους ως επί το πλείστον πλαστούς "λογαριασμούς", για τα ως επί το πλείστον πλαστά και κατευθυνόμενα γεγονότα τα οποία προκλήθηκαν ως επί το πλείστον από παλιάνθρωπους «στρατηγούς» και ως επί το πλείστον από ηλίθιους «στρατιώτες»

Αν αναρωτιέσαι...
για το πόσα είσαι έτοιμος να θυσιάσεις ακόμα και για το πόσα ουσιαστικά έχεις να χάσεις

Αν αναρωτιέσαι ακόμα…
μπράβο σου... πολύ καλά κάνεις! 

Αναρωτήσου, όμως και αυτό:
μήπως ήρθε ο καιρός να πάψεις ν' αναρωτιέσαι, να πάψεις να σοκάρεσαι και να περάσεις στη δράση; Αναρωτήσου μήπως ήδη έχεις αργήσει τραγικά πολύ;


Μονάχα λίγο χρόνο...

Μονάχα λίγο χρόνο...





Η ζωή της εύθραυστη, αλλόκοτη. Άλλοτε μόνη και μοναχική, άλλοτε συγκινητικά μοιρασμένη. Αθώα θηλυκή και μέχρι τώρα τόσο μα τόσο ερωτεύσιμη. Η νεότητά της τόσο κοντινή, τόσο παρούσα και παρ' όλα αυτά για πάντα χαμένη. Η ζωή της τώρα στην κόψη του ξυραφιού: ή θα ξυλεύονταν τα δίχως χυμούς κλαδιά της ή θα ροδάμιζε η νιότη της η δεύτερη.

Έντρομη στέκεται κι αναμετριέται με την προδιαγεγραμμένη πορεία του σώματος στην αναπότρεπτη γραμμική διαδρομή του χρόνου. Δεν είναι που την εικόνα απεχθάνεται.  Είναι που τρέμει μπροστά στη φθορά του σώματος, της υγείας, των ενστίκτων. Φοβάται την εσωτερική φθορά που το σώμα της μέρα με τη μέρα θα κατατρώγει. Τις επισκέψεις στους γιατρούς, τις τελεσίδικες διαγνώσεις, τις συνταγές τις ιατρικές - τα όχι και τα μη φοβάται. Φοβάται το γήρας που οδηγεί στην ανημποριά. Το γήρας που σ’ οδεύει αναπότρεπτα προς του τίποτα το τελεσίδικο. 

Σ' αυτήν την ηλικία που είναι την πολυτέλεια έχει να σκύψει πάνω απ' τις ανάγκες της. Τώρα. Τώρα που η νεότητα απομακρύνθηκε, μα και τώρα που μια δεύτερη ξεπροβάλλει ευκαιρία. Οι σκέψεις της άλλοτε σαν δαίμονες την κολάζουν και άλλοτε πάλι, παγιδευμένη από τα δαιμόνια ξάγρυπνη κρατιέται. Από τη μια να προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την ιδέα του γήρατος, με την πραγματικότητα του χρόνου που αμείλικτος τρέχει και από την άλλη, ακριβώς για τους ίδιους λόγους, να ζει πυρετωδώς της σάρκα τον πόθο τον σαρωτικό και του έρωτα τον ανεξέλεγκτο ανεμοστρόβιλο. Μέσα σε τούτο τον πυρετό, καλά το ξέρει, πως κρύβονται αυτά που ακόμα λαχταρά. Αυτά που δικαιωματικά της ανήκουν και που ξέρει πως αν δεν τ' αδράξει, από κοντά της βίαια μέρα με τη μέρα θ' απομακρύνονται…

Δεν είναι αχάριστη. Μονάχα που, να, δεν είναι καθόλου χορτάτη. Δεν είναι! Αν της έλεγαν πως θα πεθάνει αύριο θα την έκοβε κρύος ιδρώτας. Όχι απ' του θανάτου το φόβο, μα από της ζωής την μέχρι τώρα έλλειψη. Πιστεύει ότι της αξίζει να ζήσει επιτέλους!  Έστω και τώρα. Να ζήσει. Μακάρι να είχε χρόνο! Αυτό ζητούσε! Μονάχα λίγο χρόνο! Χρόνια πολλά, έπεφτε και με κόπο πολύ σηκώνονταν πάλι. Ξανά και ξανά. Μετά από τόσες πτώσεις είχε μάθει των αρχέγονων φιγούρων τα βήματα. Ακούγοντας τις φούγκες τις πολυπλοκότερες είχε μάθει να ισορροπεί  στις πιο δύσκολες pointes. Θα ήταν άδικο τώρα πια να μη μπορούσε να χορέψει… 

Μονάχα λίγο χρόνο στη μεγάλη σάλα, ζητούσε. Μονάχα λίγο χρόνο…




Νύχτες υγρές

Νύχτες υγρές














Σε τούτες τις νύχτες της σιωπής το γέλιο μου στα φαντάσματα κατάμουτρα το φτύνω. Το φτύνω κι απέρχομαι. Φεύγω. Τραυματίζομαι. Σαρκάζω. Σκοτώνω και σκοτώνομαι. Χάνομαι σε τόπους σκιών χιμαιρικούς. Χάνομαι. Χάνω τις άμυνές μου. Τα χνάρια τα σβήνει η βροχή. Χάνω της επιστροφής τους δρόμους. Υπάρχω και δεν υπάρχω. Γίνομαι βροχή. Βροχή που χάνεται στο χώμα τ' αξεδίψαστο.

Νύχτες υγρές. Καταραμένες. Βασανίζω και βασανίζομαι. Καταρράχτες το νερό του Σιλωάμ. Άλλοτε κολυμπήθρα. Άλλοτε μήτρα-καταφύγιο. Το χώμα αναθυμιάζει θάνατο. Το χώμα ζωή ανθίζει. Τρέχει στο χώμα το νερό. Γεμίζουν τα δωμάτια αυλάκια. Βιολέτες μπλε στο σπίτι μου φυτρώνουν. Γίνονται κήπος τα δωμάτια ολάνθιστος. Γίνομαι παιδί. Να μεγαλώσω άσχημα αρνούμαι. Μύστης-παιδί. Μιλώ του χώματος και των νερών τη γλώσσα. Άλλοτε γίνομαι περικαλλής και ιερά γυναίκα. Άντρας καμιά φορά γίνομαι. Γίνομαι ζωής πανώριας φυτευτής. Τις περισσότερες φορές ενδύομαι πελματοβάμονα σκύλου πιστού την όψη. Εκείνες τις φορές που τη γλώσσα των ανθρώπων αρνούμαι να μιλήσω. 

Δεν έχω τίποτα να χάσω, γιατί τα πάντα έχασα. Μετράω. Ξαναμετρώ και τελειωμό δεν έχουν. Γαϊτανάκι νυχτερίδων γύρω μου οι απώλειες. Οι απώλειες φαντάσματα στους τοίχους. Οι απώλειες γιορντάνι στο λαιμό μου. Τις φορώ και τις χορεύω ξέφρενα. Τις νύχτες. Τις νύχτες που έρχονται και παρέρχονται. Το πικρό το γέλιο ή τ’ αγνοούν ή το κοροϊδεύουν. Κάθε φορά τις κολυμπώ. Στους αφρούς τους μέχρι το τέλος πνιγοδέρνομαι. Τις ξεγελώ, τις νύχτες μου, Ισκαριώτες καίγοντας. Μέχρι να ξημερώσει τις ξεγελώ. Με μεθυσμένα δάκρυα, με σφαίρες πολύχρωμες και άνθη μυροβόλα. Σα νυχτώνει η μέρα στις λάσπες τις βαλτώδεις πέφτω. Πέφτω και σηκώνομαι κι ανασαίνω χώμα και νερό. Με λάσπες χειροποίητες πνοή στα όνειρα φυσώ και κείνα ζωντανεύουν.

Τις ξεγελώ με τα τερτίπια μου κάθε φορά τις νύχτες...





υ.γ. Χάρη στη βοήθεια των γιατρών, του Άρη μου που στάθηκε σύντροφος-βράχος δίπλα μου και των έμπρακτων φίλων μου και έπειτα από μια έκβαση καλή επανέρχομαι...

...irida..., christina, Christina, Kate's CakeBox, Maria Kanellaki, marie, me (maria), αγριομελένια, Αθηνούμπα, Αριστέα, Βιβή, Δεσ., Ελένη, Κατερίνα, Κική, Μάγδα, Ντίνα, παντελόνι καμπάνα, Πετρουλίνι, Στρατή όσα απέραντα ευχαριστώ και να πω δε θα μπορέσουν να καταδείξουν τη συγκίνησή μου για την αγάπη και το ενδιαφέρον σας.

Να είστε όλοι σας καλά!



Το μεταλλικό κουτί

Το μεταλλικό κουτί



Οι πέτρες αναδεύονταν και κροτάλιζαν κάτω απ’ τα βιαστικά βήματά της.  Ήταν λίγο μετά το μεσημέρι όταν έφτασε δίπλα στο ποτάμι που οι όχθες του ήταν γεμάτες από ασφοδέλους και νάρκισσους. Το ποτάμι τούτο έρρεε στους πρόποδες του βουνού που είχε ένα παράξενο, ζοφερό  όνομα.  Το λέγανε το Βουνό των Νεκρών. Παρά την υγρασία ήταν γλυκός ο καιρός, μια ατμόσφαιρα χλιαρή με φθινοπωρινές αποχρώσεις του μωβ, του γκρι και του χρυσού. 

Ο θρύλος έλεγε πως τούτο το βουνό χρεώθηκε μ’ έναν όρκο  ιερό που κάποτε δόθηκε στα ριζά του. Αιώνες τώρα στέκεται, εκεί, βουβό. Βουβό και ακίνητο. Με τον παγωμένο άνεμο να τυλίγει τις κορφές του. Γυμνό, γέρικο βουνό ραγισμένο. Λένε πως, κάποτε ένα παιδί βρήκε σε μια πλαγιά του την πέτρα που μιλάει. Λένε ακόμα, πως ήταν χαραγμένη με όλους τους πόνους της σιωπής του βουνού. Η χαραγμένη πέτρα, λένε, κάποια βράδια έκλαιγε.  Ήταν αυτή που κύλησε και στάθηκε στις όχθες τούτου του ποταμού, που από τότε τον ονόμασαν Ποτάμι της Λύπης. 

Κοίταξε γύρω της: ένα τοπίο υγρό, μαλακό, εύθρυπτο. Ονειρικά τυλιγμένο από κινούμενες δέσμες ομίχλης. Στον ουρανό τα πουλιά πετούσανε με φτερουγίσματα άρρυθμα. Στ’ αυτιά της έφταναν ήχοι νερού γαργαριστού και φύλλων θροΐσματα. Συρίγματα μιλητικά γέμιζαν τον αγέρα που ανέπνεε.  Ένοιωσε μια παράξενη φόρτιση ‒ μια ανατριχίλα αδιόρατη, λες και οι ζωές που πέρασαν από εδώ άφησαν στο πέρασμά τους ανεξίτηλες τις ανάσες τους. 

Τα μάτια της τα τώρα γεμάτα από υδάτινα περάσματα, κατάμαυρα με μια βούλα χρυσού στην πάνω άκρη ‒λες και κάποτε έσταζε μέσα τους ο ήλιος‒ σάρωσαν το έδαφος. Στάθηκαν εκεί που εντόπισαν την πέτρα που μιλάει. Γέμισε από μια ξαφνική επιθυμία που την αναστάτωσε πολύ, ν' αγγίξει τη γαλάζια φλέβα των δακρύων της πέτρας.  Έστρεψε γρήγορα το βλέμμα της, που στα βάθη του πρόβαλε μια ακόμα σταγόνα ερέβους, αλλού. Η λύπη την αποδυνάμωνε κι αυτό δεν θα το επέτρεπε ποτέ ξανά στον εαυτό της.  

 Έχωσε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε από μέσα ένα μικρό, μεταλλικό κουτί. Ωχρή, βυθισμένη σε σκέψεις που έμοιαζαν οδυνηρές έσκαψε όσο πιο βαθιά μπορούσε, έθαψε το κουτί με φροντίδα περισσή, σκεπάζοντάς το με μπόλικο μυρωδάτο χώμα μέχρι που δεν απέμεινε κανένα ίχνος ικανό την παρουσία του να προδώσει.

 Ένας βαθύς ήχος ακούστηκε, θαρρείς απ’ αβύσσους.  Ένας ήχος που ξύπνησε τους κοιμισμένους αιώνες της σιωπής του Βουνού των Νεκρών. "Υπόσχομαι" ψιθύρισε γεμάτη ευλάβεια στο βουνό "πως κάποτε, όταν θα νιώσω αρκετά δυνατή θα ξανάρθω. Θα βγάλω την καρδιά μου από τούτο το θαμμένο μεταλλικό κουτί και με αγάπη άφατη θα την βάλω ξανά στη θέση της. Ναι, δεν μπορεί παρά να ξανάρθω"...





Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Το δικός μας όνειρο . . .

Το δικός μας όνειρο . . .

Ματάκια μου όμορφα σε νιώθω δικό μου άνθρωπο , είσαι το στήριγμα μου στις καλές και στις δύσκολες στιγμές . Ο έρωτας μας είναι σαν ένα γλυκό παραμύθι όπου περνάμε στιγμές ηρεμίας ,
κοντά σου νιώθω την ανάγκη να εκφράζω αυτά που αισθάνομαι , δίπλα σου είμαι ευτυχισμένος δίχως να έχω απαιτήσεις , μου αρκεί να είσαι κοντά μου να ξέρω ότι είσαι καλά . Το ξέρω μερικές φορές ότι ίσως να γίνομαι κουραστικός αλλά αυτά που νιώθω για το μωράκι μου δεν μπορώ να τα κρατήσω μέσα μου , κοντά σου νιώθω να ζω την κάθε στιγμή , καταλαβαίνω την αξία της αγάπης , νιώθω την καρδιά μου να φλέγεται από αγάπη , έχουμε δικαίωμα να ονειρευόμαστε και δεν μπορεί κανείς να μας το στερήσει αυτό , ο έρωτας μας είναι σαν μια γλυκιά μελωδία που αγγίζει το μέσα μας και ξυπνάει τις αισθήσεις μας .

Υπέροχο μυστικό μου , αυτό που ζω μαζί σου είναι κάτι το μοναδικό , το χαμόγελο σου μου φτιάχνει τη διάθεση , το συναίσθημα της ευτυχίας που με κατακλύζει είναι μαγευτικό και παρακαλώ να κρατήσει όσο το δυνατόν πιο πολύ , το ξέρω ότι όταν θα έρθει η ώρα που θα χάσω αυτή την ευτυχία θα πρέπει να μαζέψω τα κομμάτια της ψυχής και το ξέρω ότι ο πόνος θα είναι μεγάλος , πάντως το μόνο που με νοιάζει τώρα είναι αυτές οι στιγμές ονείρου να κρατήσουν όσο πιο πολύ γίνεται .




Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Μη με συγκρίνεις μάτια μου

Μη με συγκρίνεις μάτια μου



Είδωλα εικόνες και βιτρίνες η ζωή
όμως σε αγάπησα πολύ
όταν σε ξεχώρισα
απ' τον κόσμο χώρισα
είδωλα κι εικόνες η ζωή

Τι ζητάς αν ήξερες αν ήξερες τι λες
γύρω πάντα υπάρχουνε πολλές
μα ούτε που θα κοίταζες
ούτε και θ' αλήτευες
τι ζητάς αν ήξερες τι θες

Μη με συγκρίνεις μάτια μου
δεν γίνομαι δε μοιάζω
μη με συγκρίνεις μάτια μου
κι ό,τι αγαπάς σου τάζω

Πάρε όλη τη νύχτα ψάξε ό,τι αναζητάς
πήγαινε και πίσω μην κοιτάς
ζήσε ό,τι δεν έζησες
κάνε ό,τι δεν έκανες
πήγαινε και πίσω μην κοιτάς

Μόνο μη γυρίσεις μη μου πεις πως μ' αγαπάς
και μη συγκρίνεις με πονάς
όλα σου τα άντεξα
όμως δεν το βάσταξα
να 'μαι το σημείο αναφοράς
Μη με συγκρίνεις μάτια μου

Στίχοι Μουσική: Κώστας Τουρνάς




Για την Ευτυχία...

Για την Ευτυχία...






Αυτή η εγγραφή είναι   χαρισμένη στο  Ευτυχάκι μου. 
Θέλω να  πω ένα μεγάλο ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου που ταξίδεψε ανήμερα της Πρωτοχρονιάς όλη νύχτα  για έρθει να με δει αφού έμαθε ότι από τα Χριστούγεννα ένα δυνατό κρυολόγημα με κράτησε στο κρεβάτι. Το βράδυ μιλήσαμε στο τηλέφωνο και το πρωί στις 6.30 χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού μου. Εφέτος μπορεί να μην ήρθε ο Αη Βασίλης μα έστειλε το αγαπημένο Ευτυχάκι με αγάπη, δωράκια και μια πεταλούδα που μου κάρφωσε στα μαλλιά. 
Ευχαριστώ Ευτυχάκι μου...!!!  Να είσαι πάντα καλά να σε χαιρόμαστε, οι δύο άντρες της ζωή σου και όλοι εμείς που σ' αγαπάμε.
Καλή Χρονιά  αγαπημένο μου...!!!

Υ.Γ. Κάτι τέτοιες ώρες ζηλεύω όσους έχουν την ευχέρεια και γράφουν κατεβατά. Εγώ η άχρηστη ένα  Ευχαριστώ δεν είμαι ικανή να  στολίσω...συγχώρα με.

Τη λύπη όταν την ξυπνάς γίνεται θάνατος!

Τη λύπη όταν την ξυπνάς γίνεται θάνατος!




alt
Μην δίνεις τόσο εύκολα!
Δεν έχω θυμό μέσα μου!
Δεν έχω έχθρα για κανέναν!

Όμως μέσα μου κοιμάται μια λύπη!
Πρόσεχε μην μου την ξυπνάς!
Κι η λύπη όταν την ξυπνάς γίνεται θάνατος!

Μην μου ξυπνάς την λύπη μέσα μου.
Άστην να κοιμηθεί, να γαληνέψει και να ξεχαστεί.

Θα θελα να μπορούσα να θυμώσω και να φωνάξω.
Να ξεσπάσω, να κλάψω, να εκδικηθώ. 
Μόνο που τίποτα από αυτά δεν θέλω να κάνω.

Το μόνο που θέλω είναι να κοιμίσω την λύπη μου.
Να την κοιμίσω και να την ξεχάσω.
Όπως κάνω ότι ξεχνώ τόσα πράγματα.
Κι ας μην τα ξεχνώ.

Θέλω να περπατήσω και να μυρίσω νυχτολούλουδο.
Να περιπλανηθώ σε δρομάκια άγνωστα.
Θέλω να μετακομίσω σε καινούρια γειτονιά.
Να περπατήσω τους δρόμους της και να ανακαλύψω καινούρια μυστικά.

Τόσα θέλω, μόνο που δεν ξέρω τι μπορώ.

Ή μήπως μπορώ ότι θέλω ?

Σε θυμάμαι να μου λες, πως πρέπει στον εχθρό να χαμογελώ, γιατί έτσι τον πανικοβάλλω. 
Σου χαμογελώ και σε κοιτώ στα μάτια.

Τώρα πια, ξέρω τα ψέματα πίσω από τις καλά κρυμμένες αλήθειες σου.
Είναι όλα τόσο ξεκάθαρα πια.
Χάθηκε η ομίχλη, διαλύθηκαν τα σύννεφα κι η ομορφιά και η ασχήμια
μας κοιτούν κατάματα.

Μην μου ξυπνάς αυτά που αφήνω να κοιμούνται.

William Shakespear