ΓΟΥΟΛΤΕΡ ΠΕΪΤΕΡ
Η Αναγέννηση
Μελέτες για την τέχνη και την ποίηση
Πληροφορίες και σχόλια:
Η πρώτη έκδοση της Αναγέννησης το 1873 προσέκρουσε στη βλοσυρή σιωπή και την αποδοκιμασία των μεγάλων δασκάλων της βικτωριανής Αγγλίας. Την ίδια στιγμή έγινε το μανιφέστο του νεανικού αισθητικού κινήματος της «παρακμής». Ο Πέιτερ ταράχτηκε από τις αντιδράσεις που ενέπνευσε το βιβλίο: «Θα ήθελα να μη με αποκαλούν ηδονιστή», είπε, «δίνει μια τόσο εσφαλμένη εντύπωση σε όσους δεν γνωρίζουν ελληνικά».
ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΤΣΕΒΡΕΝΗ
Τέχνη και ποίηση στην Αναγέννηση
Παραστατική απόδοση διασήμων προσώπων και βασικών αξιών της εποχής
Η λεπτότητα της φύσης, ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός και ένας νέος τρόπος έκφρασης ενέπνευσαν τον περιπαθή δέκατο πέμπτο αιώνα, την καρδιά της Αναγέννησης, κατά την οποία η τέχνη αποτελούσε την ευγενέστερη απασχόληση, παρακινούσε την πνευματική δημιουργία, προκάλεσε τον σχηματισμό μιας νέας αντίληψης για τη ζωή, έδωσε έμφαση στον άνθρωπο και στα συναισθήματα και έθεσε, με τρόπο απόλυτο και ξαφνικό, τα θεμέλια της νεότερης εποχής. Η σοβαρότητα σε συνδυασμό με το πάθος, η γνώση σε συνδυασμό με την τέχνη βρέθηκαν σε πλήρη αρμονία στην Ευρώπη και κυρίως στην Ιταλία. Το βιβλίο του Walter Pater, «Η Αναγέννηση», γράφτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα όταν πια είχε ανθίσει μία νέα προσέγγιση της τέχνης: η κριτική.
Το κείμενο αποτελείται από αυτοτελείς παρουσιάσεις κάποιων διάσημων προσώπων ή σχολών της εποχής (όπως ο Ντα Βίντσι ή η σχολή του Τζορτζόνε), αλλά ο συγγραφέας έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να γράφει, με λυρισμό, πάθος, ρομαντισμό και ζωντάνια, για τα θέματα, τα έργα τέχνης, τα βιογραφικά στοιχεία, τα οποία απομονώνει, με αποτέλεσμα να πλάθει, τελικά, τη δική του όψη της Αναγέννησης, χωρίς να τον ενδιαφέρει η ακρίβεια της έρευνας, οι βιβλιογραφικές αναφορές, η ακαδημαϊκή προσέγγιση της τέχνης ή οι αφηρημένες έννοιες της κριτικής. Τον απασχολεί η ειλικρινής και παραστατική απόδοση της αίσθησης που αφήνει η ποίηση, οι μορφές των γλυπτών, τα χρώματα της ζωγραφικής αλλά και η ανάγλυφη έκθεση των γενικότερων αξιών της εποχής. Απ' τη μια, λοιπόν, ο Pater παρουσιάζει συγκεκριμένους καλλιτέχνες και συγκεκριμένα έργα της δημιουργικής φαντασίας του 15ου αιώνα με σκοπό να «γνωρίσουμε τη ζωή αυτών των ανδρών που έδωσαν έκφραση σε τόση δύναμη και γλυκύτητα». Απ' την άλλη, δημιουργεί μια ηδυπαθή θεωρία για την τέχνη που θέλει να υπερβεί τον τόπο και τον χρόνο, καθώς «υπάρχει ένα στοιχείο διάρκειας, ένα μέτρο καλαισθησίας το οποίο (...) διατηρείται μέσα σε μια καθαρά πνευματική παράδοση». Στόχος της πνευματικής μας καλλιέργειας, σύμφωνα με τον συγγραφέα, πρέπει να είναι μία ζωή έντονη και πλήρης.
Ο συγγραφέας δίνει μεγάλη έμφαση στην ηδονή που μας προκαλεί η τέχνη, τόσο στην απόλαυση που νιώθουμε όταν βρισκόμαστε μπροστά στο ωραίο όσο και στην ικανοποίηση που προσφέρει στην ψυχή μας. Κάθε τέχνη, εξηγεί, έχει τη δική της προσέγγιση του κάλλους, εκφράζει με τα δικά της μέσα τις εντυπώσεις του ωραίου, και έτσι αποτιμάται η αισθητική αξία, η ιδιότυπη φύση, η γοητεία αλλά και τα όριά της. Ο Pater έχει χαρακτηριστεί ως ο πρώτος εστέτ και προάγγελος της αγγλικής σχολής της παρακμής αλλά, όπως επισημαίνουν και τα δύο επίμετρα του βιβλίου, με τον αισθαντικό ρομαντισμό του και το προσωπικό, αιχμηρό του στίγμα κατάφερε μέσα από τη νοσταλγία του παρελθόντος να δει καθαρά τους όρους της σύγχρονης εποχής.
Ο συγγραφέας δεν επιμένει μόνο στην παρουσίαση της φωτεινής πλευράς της εποχής, αλλά επιθυμεί να δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα που να περιλαμβάνει ισότιμα και τη σκοτεινή πλευρά του εφήμερου, του θανάτου, της προόδου που αφορά στη μειοψηφία και την παρεμβατικότητα της θρησκείας. Η ανία, η κόπωση, η μελαγχολία: νά κάποια συναισθήματα της νεότερης εποχής που δεν συνηθίζουμε να συνδέουμε με την Αναγέννηση. Ο λόγος του κειμένου είναι λυρικός και ενθουσιώδης, ενώ εκπληρώνει τον σκοπό του καθώς καταφέρνει να αποτυπώσει κάτι που δεν μπαίνει εύκολα σε λέξεις, τις αισθήσεις δηλαδή και τα συναισθήματα που γεννά η παρατήρηση και η ενατένιση των έργων τέχνης. Ενα από τα σχόλια του Pater για τον έρωτα ταιριάζει μάλλον στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει, από απόσταση, το παρελθόν: «Για τους εραστές η κατάχρηση του πόθου είναι κατάσταση λιγότερο ευτυχής από τη στέρηση, η οποία όμως συνοδεύεται από πολλές ελπίδες».
, ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ
ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ
Ενας ηδονιστής
Στον προθάλαμο του καλλιτεχνικού μοντερνισμού, ο αισθητιστής κριτικός Walter Pater (1839-1894) αποκάλυψε μια καινούργια όψη του ευρωπαϊκού 15ου αιώνα, σφράγισε την καλλιτεχνική δημιουργία με τον υποκειμενισμό της κριτικής του ματιάς και επηρέασε αποφασιστικά τους νεότερους Προυστ, Τζόις, Γέιτς, Πάουντ και Καβάφη. Οταν πρωτοεμφανίστηκε στα 1873 το εμβληματικό έργο του «Η Αναγέννηση. Μελέτες για την τέχνη και την ποίηση» (εκδ. Αλεξάνδρεια, μετ. Αρης Μπερλής, σελ. 262), ο «άτολμος» καθηγητής της Οξφόρδης βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα σε έναν κύκλο φανατικών θαυμαστών που διαρκώς μεγάλωνε. Ηταν, όπως σημειώνει ο επιμελητής της εγγλέζικης έκδοσης καθηγητής Matthew Beaumont, ωσάν το έργο να δημιούργησε μια μυστική κοινότητα αναγνωστών για τους οποίους το ανθρώπινο κορμί, και ειδικότερα το ανδρικό ανθρώπινο κορμί περιέκλειε, ως η πεμπτουσία της ωραιότητας, τις πιο βαθιές πνευματικές αλήθειες.
Συγκεντρώνοντας γύρω του υπέρμαχους του νεανικού κινήματος της «παρακμής», του αισθητισμού και του ηδονισμού, ανάμεσα στους οποίους και τον Οσκαρ Ουάιλντ, ο Πέιτερ προσέκρουσε στην παγερή εχθρότητα της βικτωριανής Αγγλίας.
Τι σήμαινε η Αναγέννηση που οραματίστηκε; Ενα πολύπλευρο και ταυτόχρονα ενιαίο κίνημα όπου η αγάπη για τον κόσμο της σκέψης και της φαντασίας αλλά και η επιθυμία για μια πιο ελεύθερη και ευχάριστη αντίληψη ζωής παρότρυναν όσους ένιωθαν αυτά τα συναισθήματα να αναζητήσουν τα μέσα της πνευματικής ή φαντασιακής απόλαυσης. Και τους οδήγησαν όχι μόνο στην ανακάλυψη των παλαιών, λησμονημένων πηγών αυτής της απόλαυσης αλλά και στην ανίχνευση νέων εμπειριών, νέων ποιητικών θεμάτων και νέων καλλιτεχνικών μορφών. Τις παλαιές, λησμονημένες πηγές αντιπροσώπευε το αρχαιοελληνικό πνεύμα, πνεύμα ωστόσο ανανεωμένο πια από τη διασταύρωσή του με τον μεσαιωνικό χριστιανικό μυστικισμό. Το έργο του Πέιτερ δεν είναι ιστορική πραγματεία. Είναι ένα βιβλίο δοκιμίων πάνω σε κρίσιμες εκφάνσεις του καινούργιου πνεύματος με διεισδυτικότατες παρατηρήσεις και άκρως ευαίσθητους συσχετισμούς, γραμμένο σε απαράμιλλα γλαφυρό ύφος που του εξασφάλισε μια αδιάπτωτη επικαιρότητα. Τι περιέχει; Δυο παλιές γαλλικές ιστορίες που εκφράζουν μια θνησιγενή απόπειρα άνθησης του νέου πνεύματος στη Γαλλία του 12ου προς τον 13ο αιώνα. Πίκο ντελα Μιράντολα, ο ουμανιστής που προσπάθησε να εναρμονίσει τον χριστιανισμό με το πνεύμα της αρχαιοελληνικής θρησκείας. Σάντρο Μποτιτσέλι, ο μυστηριώδης νατουραλιστής-οραματιστής ζωγράφος, στο έργο του οποίου έχουν συγκεραστεί η συμπάθεια για τους ανθρώπους με την ενέργεια, τη χάρη και την αβέβαιη μοίρα τους αλλά και μια ψυχρή υποψία θανάτου. Ο Μικελάντζελο που εξορίζει τον κόσμο των φυσικών πραγμάτων για να αφιερωθεί στη δημιουργία της ζωής στην ανώτερή της μορφή: στον άνθρωπο. Ο Ντα Βίντσι με τη Μόνα Λίζα, ενσάρκωση της παλιάς και σύμβολο της νέας ιδέας μέσα στην ψυχή της οποίας έχουν αποτυπωθεί όλες οι ευγενικές και οι νοσηρές εμπειρίες του κόσμου. Ο Ζοακίμ ντι Μπελέ που βγαίνοντας από τον γαλλικό γοτθικό Μεσαίωνα προσπάθησε να εναρμονίσει τη γαλλική κουλτούρα με τον κλασικό πολιτισμό. Και ο Βίνκελμαν του 18ου αιώνα, τι γυρεύει στην Αναγέννηση του Πέιτερ; Κατέχει μια θέση ως τελευταίο τέκνο της, καθώς στοχαζόμενος τα ιδεώδη αρχαιοελληνικά έργα εμπνεύστηκε μια νέα αντίληψη για τη μελέτη της τέχνης.
Το παράδοξο Γουόλτερ Πέιτερ, παρατηρεί στο επίμετρο ο Μάριο Πρατς (1947), είναι πως ήταν ικανός να δεχτεί άβουλα παλαιές αποδόσεις πατρότητας χονδροειδώς εσφαλμένες και πως η αντίληψή του για τη δυνητική ύπαρξη της Αναγέννησης μέσα στον Μεσαίωνα δεν ήταν καν πρωτότυπη. Εκείνο ωστόσο που παραμένει ζωντανό στο έργο του είναι η τεράστια αισθαντικότητά του. Οπως και στον Βίνκελμαν, ελάχιστα αόριστα σημάδια του ήταν αρκετά προκειμένου να διαισθανθεί τον ιδιάζοντα χαρακτήρα των πραγμάτων που τον ενδιέφεραν.
/, 14-4-2012, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΦΦΙΝΑ
O Άγγλος συγγραφέας Ουώλτερ Οράτιος Πέιτερ (1839 - 1894) διδάχθηκε και δίδαξε την Κλασική παιδεία στη βικτωριανή Αγγλία. Σπούδασε στο Queen's College της Οξφόρδης και ασχολήθηκε με τα ελληνικά γράμματα, ιδίως τον Πλάτωνα και τους προσωκρατικούς, αλλά και με τη γερμανική φιλοσοφία, την ευρωπαϊκή τέχνη και λογοτεχνία. Συχνά θεωρείται κύριος εκπρόσωπος του νεώτερου «αισθητισμού». Έγραψε μελέτες ιστορίας των ιδεών και της τέχνης δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα αισθητικής και ύφους. Το έργο του «Η Αναγέννηση» εκδόθηκε το 1873 και αρχικά αποδοκιμάστηκε από τους βικτωριανούς κύκλους των μεγάλων δασκάλων. Έγινε όμως το μανιφέστο του νεανικού αισθητικού κινήματος της παρακμής. Ο Πέιτερ προβαίνει σε μία πρωτότυπη θεώρηση ορισμένων από τα ωραιότερα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά έργα της γαλλικής και της ιταλικής Αναγέννησης. Το βιβλίο (σε μετάφραση Άρη Μπερλή) αποτελείται από ένδεκα κεφάλαια και δύο επίμετρα κείμενα του Κένεθ Κλαρκ και του Μάριο Πρατς. Μετά την εισαγωγή ακολουθούν δυο μικρές γαλλικές ιστορίες της πρώιμης Αναγέννησης διότι, κατά τον συγγραφέα, συμβάλλουν στην ενότητα αυτής της σειράς μελετών και εκφράζουν τα αναγεννησιακά χαρακτηριστικά. Τα επόμενα κεφάλαια παρουσιάζουν σπουδαίες μορφές, όπως τον Πίκο ντε λα Μιράντολα και το έργο του, το οποίο κατάφερε να συμφιλιώσει τον Χριστιανισμό με τις ιδέες του παγανισμού. Στη συνέχεια, αναλύεται η περίπτωση του ποιητικού ζωγράφου Σάντρο Μποτιτσέλι ο οποίος είχε επηρεαστεί από τον νεοπλατωνισμό και φιλοτέχνησε ορισμένα από τα αριστουργήματα της Αναγέννησης. Ακολουθεί ο γλύπτης Λούκα ντέλα Ρόμπια με την ανθρωπιστική διάσταση των έργων του και κατόπιν ο Μιχαήλ Άγγελος, ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες εκείνης της εποχής. Το κεφάλαιο για τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, που υπήρχε και στην πρώτη έκδοση του βιβλίου, περιέχει το κλασικό κείμενο με την περιγραφή της Μόνας Λίζας, το οποίο θεωρείται το πιο φημισμένο κομμάτι που γράφτηκε ποτέ για οποιαδήποτε πίνακα στον κόσμο. Ακολουθούν αναλύσεις της ατμοσφαιρικής ζωγραφικής της σχολής του Τζορτζόνε και της ποίησης του Ζοακίμ Ντυ Μπελαί, που σηματοδοτεί το τέλος της γαλλικής Αναγέννησης. Ο συγγραφέας συμπεριέλαβε ένα δοκίμιο για τον Βίνκελμαν, διότι θεωρεί ότι, παρότι ο Βίνκελμαν ανήκει στον 18ο αιώνα, στην πραγματικότητα εμφορείται από το παλαιότερο πνεύμα του ουμανισμού. Καταληκτικά, παρατίθενται δύο κείμενα των Κένεθ Κλαρκ και Μάριο Πρατς τα οποία αναλύουν τις πτυχές της προσωπικότητας και του έργου του Πέιτερ. Κατά τον συγγραφέα, η αναβίωση της Κλασικής Αρχαιότητας ήταν ένα μόνο στοιχείο ή σύμπτωμα της Αναγέννησης. Όπως αναφέρει, η Αναγέννηση ήταν ένα πολύπλευρο και ενιαίο κίνημα στο οποίο έκαναν αισθητή την παρουσία τους η αγάπη για τον κόσμο της σκέψης και της φαντασίας και η επιθυμία για μια πιο ελεύθερη και πιο ευχάριστη αντίληψη της ζωής, παροτρύνοντας όσους ένιωθαν αυτά τα αισθήματα να αναζητήσουν στις παλιές πηγές την πνευματική απόλαυση και να ανιχνεύσουν νέες ποιητικές και καλλιτεχνικές εμπειρίες. Το βιβλίο ενέπνευσε πολλούς μοντέρνους συγγραφείς και ποιητές, όπως τον Προυστ, τον Τζόυς, τον Γέιτς τον Πάουντ και τον Καβάφη, και γοήτευσε κορυφαίους υπέρμαχους του αισθητισμού, όπως τον Όσκαρ Ουάιλντ, για τον οποίο αποτέλεσε την «Αγία Γραφή του κάλλους».
Η Αναγέννηση
Μελέτες για την τέχνη και την ποίηση
Πληροφορίες και σχόλια:
Η πρώτη έκδοση της Αναγέννησης το 1873 προσέκρουσε στη βλοσυρή σιωπή και την αποδοκιμασία των μεγάλων δασκάλων της βικτωριανής Αγγλίας. Την ίδια στιγμή έγινε το μανιφέστο του νεανικού αισθητικού κινήματος της «παρακμής». Ο Πέιτερ ταράχτηκε από τις αντιδράσεις που ενέπνευσε το βιβλίο: «Θα ήθελα να μη με αποκαλούν ηδονιστή», είπε, «δίνει μια τόσο εσφαλμένη εντύπωση σε όσους δεν γνωρίζουν ελληνικά».
Προβαίνοντας
σε μια ιδιαίτερα ιδιοσυγκρασιακή θεώρηση ορισμένων από τα ωραιότερα
καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά έργα της γαλλικής και της ιταλικής
Αναγέννησης, ο Πέιτερ επαναπροσδιόρισε την κριτική ως μια
ιμπρεσιονιστική, σχεδόν ερωτική εξερεύνηση των αισθητικής ανταπόκρισης
του κριτικού στο έργο. Το περιβόητο «Συμπέρασμά» του σκανδάλισε πολλούς
με την επιμονή του να προβάλλει την απόλαυση και το πάθος ως μόνη
δικαίωση της ζωής, ενώ παράλληλα γοήτευσε άλλους κορυφαίους υπέρμαχους
του αισθητισμού, όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ, για τον οποίο η Αναγέννηση, «το βιβλίο που είχε μια τόσο παράξενη επίδραση στη ζωή μου», αποτελεί την «Αγία Γραφή του κάλλους».
Το
βιβλίο περιέχει τα κλασικά πλέον κείμενα της πρώτης έκδοσης: Δύο
παλαιές γαλλικές ιστορίες, Πίκο ντέλα Μιράντολα, Σάντρο Μποτιτσέλι,
Λούκα ντέλα Ρόμπια, Η ποίηση του Μικελάντζελο, Λεονάρντο ντα Βίντσι, Η
σχολή του Τζορτζόνε, Ζοακίμ ντυ Μπελαί, Βίνκελμαν. Στο δοκίμιο για τον
ντα Βίντσι ανήκει η περίφημη περιγραφή της Μόνα Λίζα, «το πιο φημισμένο
κομμάτι που γράφτηκε ποτέ για οποιαδήποτε εικόνα στον κόσμο».
Η Αναγέννηση
είναι ένα από τα πιο ρηξικέλευθα κείμενα φιλοσοφικής κριτικής του
πολιτισμού που ενέπνευσε μοντέρνους συγγραφείς, όπως ο Προυστ, ο Τζόυς, ο
Γέιτς, ο Έζρα Πάουντ, ο Γουάλας Στήβενς ή ο Καβάφης, και επιζεί μέχρι
τις μέρες μας ως ανεπανάληπτη έκφραση μιας αισθητικής θεώρησης της ζωής.
Ο τόμος περιλαμβάνει, ως επίμετρα, δύο σημαντικά κείμενα του Κένεθ Κλαρκ και του Μάριο Πρατς για τον Πέιτερ.
«Παραμένει
η καλύτερη σύντομη εισαγωγή σ’ αυτή την περίοδο και έχει ασκήσει βαθιά
επίδραση στην κριτική σκέψη. Σχεδόν κάθε δοκίμιο περιλαμβάνει χωρία
αισθητικής κριτικής αξεπέραστα για τη λεπτότητα και τη διορατικότητά
τους»
SIR KENNETH CLARK
«Αναζητήσαμε συνειδητά τη φιλοσοφία μας στον Πέιτερ.»
W.B. YEATS
«Αυτός
ο αδύναμος, χλομός, ντροπαλός, έξοχος Πέιτερ! Μου θυμίζει, μέσα στην
ταραγμένη νύχτα της σημερινής λογοτεχνίας μας, ένα από εκείνα τα
φωσφορίζοντα σπιρτόκουτα που, όταν πηγαίνεις για ύπνο, το βάζεις δίπλα
στο κερί, για να σου δείχνει, μες στη σκοτεινιά, πού πρέπει να ανάψεις·
έτσι κι αυτός αχνοφέγγει μέσα στο ανήσυχο σκοτάδι και λαμπυρίζει, αντί να βγάζει φλόγα … δεν ανήκει στη σύντομη μέρα, αλλά στον πιο μακρύ χρόνο.»
HENRY JAMES
«…Έργο
της φιλοσοφίας και του στοχασμού είναι να διεγείρει το ανθρώπινο
πνεύμα, να το αφυπνίσει, ώστε τα μάτια του να είναι πάντα ανοιχτά και
άγρυπνα. Κάθε στιγμή το χέρι ή το πρόσωπο κάποιας μορφής εγγίζει την
τελειότητα· κάποιος τόνος στους λόφους ή στη θάλασσα είναι πιο εκλεκτός
από τους άλλους· κάποια συγκινησιακή διάθεση ή έμπνευση ή διανοητική
έξαψη είναι για μας πιο πραγματική, ακαταμάχητα ελκυστική –
μόνο για μια στιγμή. Στόχος είναι όχι ο καρπός της εμπειρίας αλλά η
εμπειρία καθεαυτήν. Οι σφυγμοί που μας δίδονται μιας πλούσιας και
δραματικής ζωής είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Πώς μπορούμε να δούμε μέσα
τους όλα όσα πρέπει να δούμε με τις λεπτομέρειες των αισθήσεων; Πώς θα
περάσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται από το ένα σημείο στο άλλο, και πώς θα
είμαστε πάντα παρόντες στο εστιακό κέντρο, εκεί που συγκεντρώνεται ο
μεγαλύτερος αριθμός ζωτικών δυνάμεων, στην καθημερινή τους μορφή;
Αν
φλεγόμαστε πάντα με αυτή τη σκληρή σαν διαμάντι φλόγα, αν διατηρούμε
αυτή την έκσταση, τότε η ζωή μας είναι επιτυχής…. Όλα χάνονται κάτω από
τα πόδια μας αλλά στο μεταξύ μπορούμε να συλλάβουμε ένα
υπέροχο συναίσθημα, μια συμβολή στη γνώση που προς στιγμήν διευρύνει τον
ορίζοντα και αφήνει ελεύθερο το πνεύμα, μια διέγερση των αισθήσεων,
παράξενες αποχρώσεις, παράξενες ευωδιές, το έργο των χεριών του
καλλιτέχνη ή το πρόσωπο ενός φίλου. Το να μη διακρίνουμε κάθε στιγμή
κάποια περιπαθή διάθεση σε αυτούς που είναι γύρω μας, και στην ίδια τη
λάμψη των χαρισμάτων τους μια τραγική απόσχιση των δυνάμεων σε
διαφορετικούς δρόμους, σημαίνει, σε αυτή τη μικρή μέρα της παγωνιάς και
του ήλιου, ότι κοιμηθήκαμε προτού βραδιάσει….».
(Απόσπασμα από το «Συμπέρασμα»)
Ο Walter Oratio Pater γεννήθηκε το 1839 στο Λονδίνο. Σπούδασε στο Queen’s College της Οξφόρδης, όπου, με την ενθάρρυνση του Benjamin Jowett, του W.W. Capes και του Matthew Arnold,
καλλιέργησε το ενδιαφέρον του για τα ελληνικά γράμματα, τη γερμανική
φιλοσοφία, την ευρωπαϊκή τέχνη και τη λογοτεχνία. Το 1864 έγινε εταίρος
του Brasenose College, όπου και δίδαξε ως το τέλος της ζωής του, το 1894. Έργα του είναι: The Renaissance: Studies in Art and Poetry (1873), Marius the Epicurean: His Sensations and Ideas (1885) [ελλ. έκδ. Πατάκης], Imaginary Portraits (1887), Appreciations: With an Essay on Style (1889), Plato and Platonism: A Series of Lectures (1893), Greek Studies: A Series of Essays (1895).
ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΤΣΕΒΡΕΝΗ
Τέχνη και ποίηση στην Αναγέννηση
Παραστατική απόδοση διασήμων προσώπων και βασικών αξιών της εποχής
Η λεπτότητα της φύσης, ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός και ένας νέος τρόπος έκφρασης ενέπνευσαν τον περιπαθή δέκατο πέμπτο αιώνα, την καρδιά της Αναγέννησης, κατά την οποία η τέχνη αποτελούσε την ευγενέστερη απασχόληση, παρακινούσε την πνευματική δημιουργία, προκάλεσε τον σχηματισμό μιας νέας αντίληψης για τη ζωή, έδωσε έμφαση στον άνθρωπο και στα συναισθήματα και έθεσε, με τρόπο απόλυτο και ξαφνικό, τα θεμέλια της νεότερης εποχής. Η σοβαρότητα σε συνδυασμό με το πάθος, η γνώση σε συνδυασμό με την τέχνη βρέθηκαν σε πλήρη αρμονία στην Ευρώπη και κυρίως στην Ιταλία. Το βιβλίο του Walter Pater, «Η Αναγέννηση», γράφτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα όταν πια είχε ανθίσει μία νέα προσέγγιση της τέχνης: η κριτική.
Το κείμενο αποτελείται από αυτοτελείς παρουσιάσεις κάποιων διάσημων προσώπων ή σχολών της εποχής (όπως ο Ντα Βίντσι ή η σχολή του Τζορτζόνε), αλλά ο συγγραφέας έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να γράφει, με λυρισμό, πάθος, ρομαντισμό και ζωντάνια, για τα θέματα, τα έργα τέχνης, τα βιογραφικά στοιχεία, τα οποία απομονώνει, με αποτέλεσμα να πλάθει, τελικά, τη δική του όψη της Αναγέννησης, χωρίς να τον ενδιαφέρει η ακρίβεια της έρευνας, οι βιβλιογραφικές αναφορές, η ακαδημαϊκή προσέγγιση της τέχνης ή οι αφηρημένες έννοιες της κριτικής. Τον απασχολεί η ειλικρινής και παραστατική απόδοση της αίσθησης που αφήνει η ποίηση, οι μορφές των γλυπτών, τα χρώματα της ζωγραφικής αλλά και η ανάγλυφη έκθεση των γενικότερων αξιών της εποχής. Απ' τη μια, λοιπόν, ο Pater παρουσιάζει συγκεκριμένους καλλιτέχνες και συγκεκριμένα έργα της δημιουργικής φαντασίας του 15ου αιώνα με σκοπό να «γνωρίσουμε τη ζωή αυτών των ανδρών που έδωσαν έκφραση σε τόση δύναμη και γλυκύτητα». Απ' την άλλη, δημιουργεί μια ηδυπαθή θεωρία για την τέχνη που θέλει να υπερβεί τον τόπο και τον χρόνο, καθώς «υπάρχει ένα στοιχείο διάρκειας, ένα μέτρο καλαισθησίας το οποίο (...) διατηρείται μέσα σε μια καθαρά πνευματική παράδοση». Στόχος της πνευματικής μας καλλιέργειας, σύμφωνα με τον συγγραφέα, πρέπει να είναι μία ζωή έντονη και πλήρης.
Ο συγγραφέας δίνει μεγάλη έμφαση στην ηδονή που μας προκαλεί η τέχνη, τόσο στην απόλαυση που νιώθουμε όταν βρισκόμαστε μπροστά στο ωραίο όσο και στην ικανοποίηση που προσφέρει στην ψυχή μας. Κάθε τέχνη, εξηγεί, έχει τη δική της προσέγγιση του κάλλους, εκφράζει με τα δικά της μέσα τις εντυπώσεις του ωραίου, και έτσι αποτιμάται η αισθητική αξία, η ιδιότυπη φύση, η γοητεία αλλά και τα όριά της. Ο Pater έχει χαρακτηριστεί ως ο πρώτος εστέτ και προάγγελος της αγγλικής σχολής της παρακμής αλλά, όπως επισημαίνουν και τα δύο επίμετρα του βιβλίου, με τον αισθαντικό ρομαντισμό του και το προσωπικό, αιχμηρό του στίγμα κατάφερε μέσα από τη νοσταλγία του παρελθόντος να δει καθαρά τους όρους της σύγχρονης εποχής.
Ο συγγραφέας δεν επιμένει μόνο στην παρουσίαση της φωτεινής πλευράς της εποχής, αλλά επιθυμεί να δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα που να περιλαμβάνει ισότιμα και τη σκοτεινή πλευρά του εφήμερου, του θανάτου, της προόδου που αφορά στη μειοψηφία και την παρεμβατικότητα της θρησκείας. Η ανία, η κόπωση, η μελαγχολία: νά κάποια συναισθήματα της νεότερης εποχής που δεν συνηθίζουμε να συνδέουμε με την Αναγέννηση. Ο λόγος του κειμένου είναι λυρικός και ενθουσιώδης, ενώ εκπληρώνει τον σκοπό του καθώς καταφέρνει να αποτυπώσει κάτι που δεν μπαίνει εύκολα σε λέξεις, τις αισθήσεις δηλαδή και τα συναισθήματα που γεννά η παρατήρηση και η ενατένιση των έργων τέχνης. Ενα από τα σχόλια του Pater για τον έρωτα ταιριάζει μάλλον στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει, από απόσταση, το παρελθόν: «Για τους εραστές η κατάχρηση του πόθου είναι κατάσταση λιγότερο ευτυχής από τη στέρηση, η οποία όμως συνοδεύεται από πολλές ελπίδες».
, ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ
ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ
Ενας ηδονιστής
Στον προθάλαμο του καλλιτεχνικού μοντερνισμού, ο αισθητιστής κριτικός Walter Pater (1839-1894) αποκάλυψε μια καινούργια όψη του ευρωπαϊκού 15ου αιώνα, σφράγισε την καλλιτεχνική δημιουργία με τον υποκειμενισμό της κριτικής του ματιάς και επηρέασε αποφασιστικά τους νεότερους Προυστ, Τζόις, Γέιτς, Πάουντ και Καβάφη. Οταν πρωτοεμφανίστηκε στα 1873 το εμβληματικό έργο του «Η Αναγέννηση. Μελέτες για την τέχνη και την ποίηση» (εκδ. Αλεξάνδρεια, μετ. Αρης Μπερλής, σελ. 262), ο «άτολμος» καθηγητής της Οξφόρδης βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα σε έναν κύκλο φανατικών θαυμαστών που διαρκώς μεγάλωνε. Ηταν, όπως σημειώνει ο επιμελητής της εγγλέζικης έκδοσης καθηγητής Matthew Beaumont, ωσάν το έργο να δημιούργησε μια μυστική κοινότητα αναγνωστών για τους οποίους το ανθρώπινο κορμί, και ειδικότερα το ανδρικό ανθρώπινο κορμί περιέκλειε, ως η πεμπτουσία της ωραιότητας, τις πιο βαθιές πνευματικές αλήθειες.
Συγκεντρώνοντας γύρω του υπέρμαχους του νεανικού κινήματος της «παρακμής», του αισθητισμού και του ηδονισμού, ανάμεσα στους οποίους και τον Οσκαρ Ουάιλντ, ο Πέιτερ προσέκρουσε στην παγερή εχθρότητα της βικτωριανής Αγγλίας.
Τι σήμαινε η Αναγέννηση που οραματίστηκε; Ενα πολύπλευρο και ταυτόχρονα ενιαίο κίνημα όπου η αγάπη για τον κόσμο της σκέψης και της φαντασίας αλλά και η επιθυμία για μια πιο ελεύθερη και ευχάριστη αντίληψη ζωής παρότρυναν όσους ένιωθαν αυτά τα συναισθήματα να αναζητήσουν τα μέσα της πνευματικής ή φαντασιακής απόλαυσης. Και τους οδήγησαν όχι μόνο στην ανακάλυψη των παλαιών, λησμονημένων πηγών αυτής της απόλαυσης αλλά και στην ανίχνευση νέων εμπειριών, νέων ποιητικών θεμάτων και νέων καλλιτεχνικών μορφών. Τις παλαιές, λησμονημένες πηγές αντιπροσώπευε το αρχαιοελληνικό πνεύμα, πνεύμα ωστόσο ανανεωμένο πια από τη διασταύρωσή του με τον μεσαιωνικό χριστιανικό μυστικισμό. Το έργο του Πέιτερ δεν είναι ιστορική πραγματεία. Είναι ένα βιβλίο δοκιμίων πάνω σε κρίσιμες εκφάνσεις του καινούργιου πνεύματος με διεισδυτικότατες παρατηρήσεις και άκρως ευαίσθητους συσχετισμούς, γραμμένο σε απαράμιλλα γλαφυρό ύφος που του εξασφάλισε μια αδιάπτωτη επικαιρότητα. Τι περιέχει; Δυο παλιές γαλλικές ιστορίες που εκφράζουν μια θνησιγενή απόπειρα άνθησης του νέου πνεύματος στη Γαλλία του 12ου προς τον 13ο αιώνα. Πίκο ντελα Μιράντολα, ο ουμανιστής που προσπάθησε να εναρμονίσει τον χριστιανισμό με το πνεύμα της αρχαιοελληνικής θρησκείας. Σάντρο Μποτιτσέλι, ο μυστηριώδης νατουραλιστής-οραματιστής ζωγράφος, στο έργο του οποίου έχουν συγκεραστεί η συμπάθεια για τους ανθρώπους με την ενέργεια, τη χάρη και την αβέβαιη μοίρα τους αλλά και μια ψυχρή υποψία θανάτου. Ο Μικελάντζελο που εξορίζει τον κόσμο των φυσικών πραγμάτων για να αφιερωθεί στη δημιουργία της ζωής στην ανώτερή της μορφή: στον άνθρωπο. Ο Ντα Βίντσι με τη Μόνα Λίζα, ενσάρκωση της παλιάς και σύμβολο της νέας ιδέας μέσα στην ψυχή της οποίας έχουν αποτυπωθεί όλες οι ευγενικές και οι νοσηρές εμπειρίες του κόσμου. Ο Ζοακίμ ντι Μπελέ που βγαίνοντας από τον γαλλικό γοτθικό Μεσαίωνα προσπάθησε να εναρμονίσει τη γαλλική κουλτούρα με τον κλασικό πολιτισμό. Και ο Βίνκελμαν του 18ου αιώνα, τι γυρεύει στην Αναγέννηση του Πέιτερ; Κατέχει μια θέση ως τελευταίο τέκνο της, καθώς στοχαζόμενος τα ιδεώδη αρχαιοελληνικά έργα εμπνεύστηκε μια νέα αντίληψη για τη μελέτη της τέχνης.
Το παράδοξο Γουόλτερ Πέιτερ, παρατηρεί στο επίμετρο ο Μάριο Πρατς (1947), είναι πως ήταν ικανός να δεχτεί άβουλα παλαιές αποδόσεις πατρότητας χονδροειδώς εσφαλμένες και πως η αντίληψή του για τη δυνητική ύπαρξη της Αναγέννησης μέσα στον Μεσαίωνα δεν ήταν καν πρωτότυπη. Εκείνο ωστόσο που παραμένει ζωντανό στο έργο του είναι η τεράστια αισθαντικότητά του. Οπως και στον Βίνκελμαν, ελάχιστα αόριστα σημάδια του ήταν αρκετά προκειμένου να διαισθανθεί τον ιδιάζοντα χαρακτήρα των πραγμάτων που τον ενδιέφεραν.
/, 14-4-2012, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΦΦΙΝΑ
O Άγγλος συγγραφέας Ουώλτερ Οράτιος Πέιτερ (1839 - 1894) διδάχθηκε και δίδαξε την Κλασική παιδεία στη βικτωριανή Αγγλία. Σπούδασε στο Queen's College της Οξφόρδης και ασχολήθηκε με τα ελληνικά γράμματα, ιδίως τον Πλάτωνα και τους προσωκρατικούς, αλλά και με τη γερμανική φιλοσοφία, την ευρωπαϊκή τέχνη και λογοτεχνία. Συχνά θεωρείται κύριος εκπρόσωπος του νεώτερου «αισθητισμού». Έγραψε μελέτες ιστορίας των ιδεών και της τέχνης δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα αισθητικής και ύφους. Το έργο του «Η Αναγέννηση» εκδόθηκε το 1873 και αρχικά αποδοκιμάστηκε από τους βικτωριανούς κύκλους των μεγάλων δασκάλων. Έγινε όμως το μανιφέστο του νεανικού αισθητικού κινήματος της παρακμής. Ο Πέιτερ προβαίνει σε μία πρωτότυπη θεώρηση ορισμένων από τα ωραιότερα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά έργα της γαλλικής και της ιταλικής Αναγέννησης. Το βιβλίο (σε μετάφραση Άρη Μπερλή) αποτελείται από ένδεκα κεφάλαια και δύο επίμετρα κείμενα του Κένεθ Κλαρκ και του Μάριο Πρατς. Μετά την εισαγωγή ακολουθούν δυο μικρές γαλλικές ιστορίες της πρώιμης Αναγέννησης διότι, κατά τον συγγραφέα, συμβάλλουν στην ενότητα αυτής της σειράς μελετών και εκφράζουν τα αναγεννησιακά χαρακτηριστικά. Τα επόμενα κεφάλαια παρουσιάζουν σπουδαίες μορφές, όπως τον Πίκο ντε λα Μιράντολα και το έργο του, το οποίο κατάφερε να συμφιλιώσει τον Χριστιανισμό με τις ιδέες του παγανισμού. Στη συνέχεια, αναλύεται η περίπτωση του ποιητικού ζωγράφου Σάντρο Μποτιτσέλι ο οποίος είχε επηρεαστεί από τον νεοπλατωνισμό και φιλοτέχνησε ορισμένα από τα αριστουργήματα της Αναγέννησης. Ακολουθεί ο γλύπτης Λούκα ντέλα Ρόμπια με την ανθρωπιστική διάσταση των έργων του και κατόπιν ο Μιχαήλ Άγγελος, ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες εκείνης της εποχής. Το κεφάλαιο για τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, που υπήρχε και στην πρώτη έκδοση του βιβλίου, περιέχει το κλασικό κείμενο με την περιγραφή της Μόνας Λίζας, το οποίο θεωρείται το πιο φημισμένο κομμάτι που γράφτηκε ποτέ για οποιαδήποτε πίνακα στον κόσμο. Ακολουθούν αναλύσεις της ατμοσφαιρικής ζωγραφικής της σχολής του Τζορτζόνε και της ποίησης του Ζοακίμ Ντυ Μπελαί, που σηματοδοτεί το τέλος της γαλλικής Αναγέννησης. Ο συγγραφέας συμπεριέλαβε ένα δοκίμιο για τον Βίνκελμαν, διότι θεωρεί ότι, παρότι ο Βίνκελμαν ανήκει στον 18ο αιώνα, στην πραγματικότητα εμφορείται από το παλαιότερο πνεύμα του ουμανισμού. Καταληκτικά, παρατίθενται δύο κείμενα των Κένεθ Κλαρκ και Μάριο Πρατς τα οποία αναλύουν τις πτυχές της προσωπικότητας και του έργου του Πέιτερ. Κατά τον συγγραφέα, η αναβίωση της Κλασικής Αρχαιότητας ήταν ένα μόνο στοιχείο ή σύμπτωμα της Αναγέννησης. Όπως αναφέρει, η Αναγέννηση ήταν ένα πολύπλευρο και ενιαίο κίνημα στο οποίο έκαναν αισθητή την παρουσία τους η αγάπη για τον κόσμο της σκέψης και της φαντασίας και η επιθυμία για μια πιο ελεύθερη και πιο ευχάριστη αντίληψη της ζωής, παροτρύνοντας όσους ένιωθαν αυτά τα αισθήματα να αναζητήσουν στις παλιές πηγές την πνευματική απόλαυση και να ανιχνεύσουν νέες ποιητικές και καλλιτεχνικές εμπειρίες. Το βιβλίο ενέπνευσε πολλούς μοντέρνους συγγραφείς και ποιητές, όπως τον Προυστ, τον Τζόυς, τον Γέιτς τον Πάουντ και τον Καβάφη, και γοήτευσε κορυφαίους υπέρμαχους του αισθητισμού, όπως τον Όσκαρ Ουάιλντ, για τον οποίο αποτέλεσε την «Αγία Γραφή του κάλλους».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου