Μουσική ιδιοφυΐα
σε εποχή Επανάστασης
σε εποχή Επανάστασης
“Η μεγαλύτερη
μουσική ιδιοφυΐα όλων των εποχών”. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα της συντριπτικής
πλειοψηφίας των αμέτρητων αφιερωμάτων στον Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ που
πλημμυρίζουν αυτές τις μέρες τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με αφορμή την
συμπλήρωση 250 χρόνων από την γέννησή του.
Ο χαρακτηρισμός
αυτός έχει δίχως άλλο μια μεγάλη δόση αλήθειας: μέχρι σήμερα, κανένας άλλος, δεν
έχει αφήσει τόσο βαθειά και ανεξήτηλα τα σημάδια του στην μουσική από τον
Μότσαρτ. Για λόγους, όμως, ριζικά διαφορετικούς από αυτούς που επικαλούνται τα
αφιερώματα των εφημερίδων και των περιοδικών. Το μεγαλείο του Μότσαρτ δεν
οφείλεται στο ταλέντο. Είναι πρώτα και κύρια αντανάκλαση και προϊόν του
“μεγαλείου” της εποχής μέσα στην οποία έζησε.
Ο Μότσαρτ ήταν
αναμφίβολα “μουσική ιδιοφυΐα”. Συνέθεσε το πρώτο του έργο το 1761, σε ηλίκία 5
ετών. Εξέδωσε τις πρώτες του παρτιτούρες το 1764, όταν ήταν 8. Εγραψε την πρώτη
του “κωμική” όπερα -αυτό που ονομαζόταν opera buffa- στα 11. Στα 14 του ήταν ήδη
αναγνωρισμένος συνθέτης: η όπερά του “Μιθριδάτης, βασιλιάς του Πόντου”, μια
opera seria (σοβαρή όπερα), παρουσιάστηκε τον Δεκέμβρη του 1770 στο Μιλάνο της
Ιταλίας, την “μουσική πρωτεύουσα” της Ευρώπης εκείνη την εποχή. Οι προσωπικές
του ικανότητες έπαιξαν, σίγουρα, σημαντικό ρόλο στην πορεία αυτή. Ο Μότσαρτ είχε
μια τρομαχτική μουσική μνήμη. Το Πάσχα του 1770 παρακολούθησε στην Καπέλα
Σιστίνα του Βατικανού την εκτέλεση του διάσημου Miserere του Γκρεγκόριο Αλέγκρι
-ενός “ιερού” έργου του οποίου οι παρτιτούρες παράμεναν, για πάνω από έναν
αιώνα, με παπική εντολή και την απειλή του αφορισμού, μυστικές. Ο Μότσαρτ, όμως,
απομνημόνευσε με μιας όλο το έργο (που δεν είναι και μικρό) και έγραψε τις νότες
σε χαρτί, μόλις γύρισε στο σπίτι του.
Το “ταλέντο” του,
όμως, δεν είχε πέσει από τον ουρανό.Ο Μότσαρτ γεννήθηκε σε μια οικογένεια
μουσικών. Ο πατέρας του, ο Λέοπολντ Μότσαρτ, ήταν αρχιμουσικός της αυλής του
πρίγκηπα-αρχιεπισκόπου του Ζάλτσμπουργκ -ενός από τους πιο ισχυρούς άρχοντες της
εποχής εκείνης σε όλη την Ευρώπη. Ο Λέοπολντ, που είχε γίνει διάσημος όχι μόνο
σαν μουσικός αλλά και σαν δάσκαλος και μουσικός συγγραφέας με το βιβλίο του “Η
μεθοδική σχολή του Βιολιού”, ήταν αποφασισμένος να κάνει τα παιδιά του μεγάλους
μουσικούς -και έκανε τα πάντα για να τα καταφέρει.
Επέβαλε, από πάρα
πολύ μικρή ηλικία, ένα αυστηρό πρόγραμμα μουσικής εκπαίδευσης όχι μόνο στον
Βόλφγκανγκ αλλά και στην αδερφή του, την Νανέρλ. Και ύστερα άρχισε να τα
περιφέρει σαν εκπαιδευμένες μαϊμούδες στις αυλές και τα παλάτια των πλούσιων και
των ισχυρών και να επιδεικνύει τις ικανότητες και τα ταλέντα τους . Το 1762 ο
Βόλφγκανγκ και η Νανέρλ, τα διάσημα “παιδιά θαύματα” έπαιξαν στο Μόναχο παρουσία
του Μαξιμιλιανού Ιωσήφ του 3ου. Και λίγους, μόνο, μήνες αργότερα στην ίδια την
αυλή του Αυτοκράτορα, στην Βιέννη.
Ο Μότσαρτ δεν ήταν
το μοναδικό “παιδί θαύμα” στην ιστορία της μουσικής. Κάθε άλλο. Οι οικογένιες
των “μεγάλων μουσικών” ήταν συχνό φαινόμενο την εποχή του 17ου και του 18ου
αιώνα. Ο Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ, για παράδειγμα, ένας από τους διάσημους συνθέτες
που επηρέασαν τον Μότσαρτ ήταν γιος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ. Η κοινωνία της
εποχής τους ήταν πολύ διαφορετική από την δική μας. Στην κορυφή της κοινωνικής
πυραμίδας βρίσκονταν ακόμα οι ευγενείς και οι ανώτεροι κληρικοί -οι βασιλιάδες,
οι βαρώνοι, οι καρδινάλιοι και οι αρχιεπίσκοποι. Οι μουσικοί ήταν κατά κανόνα
υπηρέτες -και μάλιστα όχι και πολύ “ψηλά” στην ιεραρχία του προσωπικού της
αυλής: ήταν πάνω από τις καμαριέρες αλλά σίγουρα κάτω από τον μάγειρα. Μια
αγγελία σε μια εφημερίδα της Βιέννης το 1790 έγραφε χαρακτηριστικά: “Ζητείται
μουσικός, ικανός να παίζει καλά πιάνο και να τραγουδάει και να μπορεί να διδάξει
αυτά τα δύο. Ο μουσικός θα πρέπει, επίσης, να είναι σε θέση να εκτελεί τα
καθημερινά καθήκοντα ενός καμαριέρη”.
Υπηρέτες
Ο Χάυντν, ένας άλλος
από τους μεγάλους μουσικούς που επηρέασαν τον Μότσαρτ, έζησε το μεγαλύτερο μέρος
της ζωής του σαν υπηρέτης στην αυλή των Εστερχάζι της Ουγγαρίας. Ηταν
υποχρεωμένος να φοράει στολή υπηρέτη και δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από το
παλάτι χωρίς την άδεια του κυρίου του. Η βασική αποστολή των μουσικών ήταν να
“διασκεδάζουν” τον κύριό τους. Και ταυτόχρονα να δοξάζουν την “αιωνιότητα” αυτού
του “θεόπνευστου” συστήματος που επέτρεπε στους βασιλιάδες, τους βαρώνους και
τους κόμητες να ζούνε μέσα σε αυτή την πολυτέλεια την ίδια ώρα που η πλειοψηφία
του κόσμου πέθαινε κυριολεκτικά από την πείνα, το κρύο και τις ατέλειωτες
αγγαρίες που τους επέβαλαν τα αφεντικά τους.
Το μεγαλύτερο μέρος
της μουσικής παραγωγής του 17ου και του 18ου αιώνα ήταν θρησκευτική μουσική. Ο
Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ έγραψε εκατοντάδες “καντάτες”, “μοτέτα” και
“λειτουργίες”. Το περιβόητο Miserere του Αλέγκρι είχε πάρει τον τίτλο του από
τους στίχους του ψαλμού “Miserere mei, Deus”. Οι φεουδάρχες ισχυρίζονταν ότι η
εξουσία τους πηγάζει από τον ίδιο τον θεό. Η κοινωνία τους -μια κοινωνία με
αυστηρή ιεραρχία που στηριζόταν στο γενεαλογικό δέντρο- έλεγαν ήταν φτιαγμένη
κατ΄εικόνα και ομοίωση της ίδια της θείας αρμονίας του σύμπαντος. Η μουσική θα
έπρεπε να αντανακλάει αυτή την αρμονία και να τονίζει ταυτόχρονα το μεγαλείο και
την αιωνιότητά της, όχι μόνο με το περιεχόμενό της (αντλώντας δηλαδή την
έμπνευση από το ευαγγέλιο) αλλά και με την μορφή της: μια μουσική με αυστηρούς
κανόνες, σταθερή, και μεγαλειώδης, χωρίς εξάρσεις και εκπλήξεις.
Δεν χρειάζεται να
είναι κανένας ειδικός της “μπαρόκ” μουσικής (όπως ονομάζεται η μουσική εκείνης
της κοινωνίας) για να αναγνωρίσει ακόμα και σήμερα αυτά τα χαρακτηριστικά στα
έργα του Μπαχ, του Πάρσελ ή του Χέντελ. Ο Λέοπολντ, ο πατέρας του Μότσαρτ, ήταν
μεγάλος μάστορας αυτής της μουσικής. Το βιβλίο του “Η μεθοδική σχολή του
βιολιού” καθόριζε αυστηρά όλους αυτούς τους κανόνες που θα έπρεπε να έχει ένα
μουσικό κομάτι για να είναι “σωστό” και “καλό”. Και ο γιός του θα γινόταν ακόμα
πιο σπουδαίος -αυτό ήταν το όνειρο της ζωής του Λέοπολντ.
Η κοινωνία, όμως,
των Βαρώνων και των επισκόπων βρισκόταν σε βαθειά κρίση την εποχή του Μότσαρτ.
Στην Βρετανία και την Ολλανδία, τις δυο πιο αναπτυγμένες οικονομικά περιοχές της
Ευρώπης, η φεουδαρχία είχε σαρωθεί από τον προηγούμενο κιόλας αιώνα από μεγάλες
επαναστάσεις και μια νέα άρχουσα τάξη, η αστική, είχε έρθει στην εξουσία. Τώρα ο
επαναστατικός πυρετός είχε καταλάβει ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Λέοπολντ πέθανε το
1787. Δυο χρόνια αργότερα ξέσπασε η Μεγάλη Επανάσταση στην γειτονική Γαλλία. Το
1791, όταν πέθανε και ο ίδιος ο Βολφγκανγκ, ο κόσμος που άφηνε πίσω του ήταν
κυριολεκτικά αγνώριστος.
Αυτές οι δραματικές
αλλαγές αποτυπώθηκαν στην μουσική του Μότσαρτ -και την έκαναν “μεγάλη”. Ο
Βόλφγκανγκ είχε επηρεαστεί βαθειά από το “κίνημα του Διαφωτισμού”, από το
ιδεολογικό ρεύμα της ανερχόμενης αστικής τάξης και τα μηνύματα του ανθρωπισμού,
της ισότητας και της ελευθερίας που κουβαλούσε. Αυτό φαίνεται καθαρά από τις
όπερες που συνέθεσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. “Οι γάμοι του Φίγκαρο”
είναι μια σάτιρα ενάντια στους ευγενείς, που τους παρουσιάζει όχι μόνο σαν
διεφθαρμένους αλλά και σαν άχρηστους και ηλίθιους. Ο “Ντον Τζιοβάνι” εκθειάζει
την ανταρσία ενάντια στους κανόνες και την τόλμη της αντίστασης ακόμα και όταν
αυτή η ανταρσία τιμωρείται με την κόλαση.
Ο “Μαγικός Αυλός”
-που έγραψε ο Μότσαρτ το 1791, το “έτος 2” της γαλλικής επανάστασης μιλάει για
την νίκη του φωτός πάνω στο σκοτάδι: ο Σαράστρο, ο ιερέας του “Ναού της Λογικής”
κατατροπώνει την καταχθόνια Βασίλισσα της Νύχτας. Ο Ταμίνο, ο κεντρικός ήρωας
του έργου, είναι πρίγκηπας. “Αλλά πάνω από όλα”, όπως λέει ο Σαράστρο, “είναι
άνθρωπος”. Και ακόμα πιο εντυπωσιακό, η Παμίνα -μια γυναίκα- βαδίζει μαζί του
μέσα από την φωτιά και την πλημμύρα, περνώντας με την ίδια επιτυχία όλες τις
δοκιμασίες.
Η ίδια η ζωή του
Μότσαρτ ήταν άμεσα δεμένη με τις αλλαγές που συνέβαιναν στην κοινωνία. Τον Μάρτη
του 1781 τσακώθηκε άγρια με τον κύριό του, τον συντηρητικό και αυταρχικό Γκραφ
Κολορέντο -που τον πέταξε κυριολεκτικά με τις κλωτσιές στον δρόμο. Λίγα χρόνια
πρίν μια τέτοια ανταρσία θα είχε στείλει τον “υπηρέτη” αναφίβολα στην φυλακή.
Εκείνη την εποχή, όμως, βρισκόταν στον θρόνο της Αυστρίας ο “πεφωτισμένος” Ιωσήφ
ο Β’. Ο Ιωσήφ, που αφουγκραζόταν όχι μόνο την πίεση που ερχόταν από την άνοδο
της αστικής τάξης και τις ιδέες του διαφωτισμού αλλά και την απειλή της
επανάστασης, προσπάθησε να αλλάξει το καθεστώς από τα πάνω: κατάργησε την
δουλοπαροικία, την πρόσδεση των αγροτών στην γη, απαγόρευσε τις αγγαρείες (την
απλήρωτη καταναγκαστική εργασία για χάρη των ευγενών), χαλάρωσε την λογοκρισία,
κατάργησε τις νομικές διακρίσεις σε βάρος των προτεσταντών και επέβαλε τον
πολιτικό γάμο. Η Αυστρία της εποχής εκείνης ήταν, αναμφίβολα, το πιο ελεύθερο
καθεστώς στην Ευρώπη -αυτό έδωσε την δυνατότητα στον Μότσαρτ να τσακωθεί με τον
κύριό του και να ξεκινήσει μια ζωή σαν ανεξάρτητος μουσικός στην
Βιέννη.
Αστοί
Από τότε η ζωή του ήταν εξαρτημένη από τα έργα
που μπορούσε να “πουλήσει” -σονάτες για πιάνο και βιολί σε παρτιτούρες για το
νέο “φιλόμουσο” κοινό των πλούσιων αστών (η μουσική είχε γίνει το αγαπημένο
χόμπι των αστών), όπερες για την ανεξάρτητη σκηνή της Βιέννης, συμφωνίες για τις
μεγάλες ορχήστρες.
Η νέα μουσική
αποτύπωνε τα χαρακτηριστικά αυτού του νέου κοινού: τώρα δεν υμνούσε την
αιωνιότητα και τη θεία αρμονία αλλά τη συνεχή αλλαγή και την αξία του ανθρώπου.
Η “κλασική μουσική” -όπως ονομάζεται σήμερα αυτό το νέο είδος- χαρακτηρίζεται
από έντονες διακυμάνσεις στην ένταση, στον τόνο, στον ρυθμό, και από την
κυριαρχία της “μελωδίας”, της αντανάκλασης του συναισθηματισμού του ανθρώπου,
που έχει τώρα πια εκθρονίσει τον θεό από το κέντρο του
κόσμου.
Ο Μότσαρτ δεν πήγε
μέχρι το τέρμα της διαδρομής σε αυτόν τον νέο δρόμο. Η κοινωνία μέσα στην οποία
ζούσε ο Μότσαρτ έμεινε στα μισά του δρόμου. Η “ελευθερία” της περιόδου του Ιωσήφ
στηριζόταν σε έναν συμβιβασμό ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο. Οταν ξέσπασε
η Γαλλική Επανάσταση ο Ιωσήφ ξέχασε όλες τις αρχές και τις διακηρύξεις και
στράφηκε με μανία ενάντια σε όλες τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που είχε
προσπαθήσει να επιβάλει τα προηγούμενα χρόνια. Η λογοκρισία επιβλήθηκε και πάλι:
ο Μότσαρτ έπαιξε κυριολεκτικά το κεφάλι του το 1791, όταν ανέβασε τον “Μαγικό
Αυλό” στην ελεύθερη σκηνή της Βιέννης.
Η ίδια η μουσική του
Μότσαρτ αντανακλάει αυτές τις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις της εποχής. Την
ίδια εποχή που έγραφε τον “Μαγικό Αυλό” για την ελεύθερη σκηνή δούλευε πάνω στο
περιβόητο Ρεκβιεμ -έναν επικήδειο ύμνο που του είχε παραγγείλει ένας γνωστός του
για το μνημόσυνο της γυναίκας του. Το Ρέκβιεμ είναι ένα αριστούργημα, αλλά ένα
αριστούργημα μπαρόκ.Ο Μότσαρτ αποτύπωσε και την δυναμική και τις αντιφάσεις και
τις αγωνίες μιας μεγάλης εποχής. Αυτό κάνει το έργο του τόσο
μεγάλο.
Σωτήρης
Κοντογιάννης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου