Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΑ.Κ.Α.


Δροσοσταλίδα…

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή ψιχάλα. Μια τόοοσο δα μικρή δροσοσταλίδα. Δεν είχε ηλικία γιατί έτσι κι αλλιώς οι δροσοσταλίδες δεν έχουν ηλικία, είναι αιώνιες!
Σπίτι μου είναι τα σύννεφα, τα ποτάμια, οι λίμνες, η θάλασσα, έλεγε και ξανάλεγε με περηφάνια χορεύοντας πάνω σ’ ένα μικρό κατάλευκο σύννεφο.
Κάποια μέρα την είδε ένας αετός καθώς περνούσε από κει, να χορεύει χαρούμενη και της χαμογέλασε.
Η δροσοσταλίδα σταμάτησε το χορό της και πλησιάζοντας στην άκρη του συννέφου τον ρώτησε διστακτικά.
-”Μήπως ξέρεις τ’ όνομά μου;”
-”Όχι”, απάντησε ο αετός και μ’ ένα δυνατό τίναγμα των φτερών του απομακρύνθηκε συνεχίζοντας  την πορεία του στον ουρανό.
Μετά από λίγο φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και πήρε το σύννεφο μακρυά, στέλνοντας το στη χώρα της Βροχής.
Μόλις έφτασαν εκεί η δροσοσταλίδα είδε τις αδελφές της να αφήνουν τα χέρια τους από το σύννεφο και να πέφτουν με γέλια και φωνές προς τη γη. Μια και δυο έκανε κι αυτή το ίδιο. Άφησε τα χέρια της από το σύννεφο κι άρχισε να πέφτει, να πέφτει, να πέφτει… ώσπου ανταμώθηκε με το ποτάμι.
Σκαρφάλωσε σ’ ένα ξεραμένο φύλλο που ταξίδευε στην επιφάνεια του νερού και άρχισε πάλι να χορεύει…
Ξάφνου σταματάει το χορό της και σοβαρή σοβαρή ρωτάει το ξεραμένο φύλλο.
-”Μήπως ξέρεις  τ’ όνομά μου;”
-”Όχι”, αποκρίθηκε εκείνο τρέχοντας πάνω στα διάφανα νερά του  ποταμού.
Μετά από το μεγάλο ταξίδι της στο ποτάμι, η δροσοσταλίδα έφτασε στη θάλασσα.
Τώρα είχε γαντζωθεί πάνω σ’ ένα άδειο μπουκάλι που επέπλεε πάνω στα κύματα, και  χόρευε κι αυτό μαζί της.
-”Μήπως ξέρεις πως με λένε;” ρώτησε κάποια στιγμή λυπημένη η δροσοσταλίδα.
-”Όχι”, απαντάει το μπουκάλι, “μα σίγουρα θα ξέρει ο αφρός των κυμάτων!” . Όταν έφτασαν στην κορυφή ενός τεράστιου κύματος η δροσοσταλίδα είπε με τρεμάμενη φωνή στον αφρό.
-”Μου είπε το μπουκάλι ότι εσύ θα ξέρεις το όνομά μου. Είναι αλήθεια ; Το ξέρεις;”
-”Όχι”, είπε ο αφρός των κυμάτων καθώς άσπριζε ολοένα και πιο πολύ τη θάλασσα….
Κουρασμένη η δροσοσταλίδα από τους χορούς και τα ταξίδια αποκοιμήθηκε επάνω στο μαλακό φελλό του μπουκαλιού…
Το πρωί που ξύπνησε ήταν πάλι στο σπίτι της, στο σύννεφο, (γιατί όταν κοιμούνται οι δροσοσταλίδες και ονειρεύονται, ελαφραίνουν και πετούν προς τον ουρανό).
Τεντώθηκε λοιπόν και όπως το ‘χε συνήθεια έριξε μια ματιά κάτω προς τη γη. Και τι να δει!
Από κάτω ακριβώς βρισκόταν ένας πανέμορφος κήπος, με χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια. Μαργαρίτες, τριανταφυλλιές, ορτανσίες…
Η δροσοσταλίδα σάστισε από την ομορφιά του κήπου και αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Άφησε λοιπόν τα χέρια της από το σύννεφο και άρχισε να ταξιδεύει προς τον κήπο….
Προσγειώθηκε πάνω σ’ ένα καταπράσινο φυλλαράκι γιασεμιού και άρχισε να κυλάει σαν δάκρυ προς την άκρη του.
Το φυλλαράκι ένιωσε την δροσοσταλίδα πάνω του και χάρηκε πολύ.
-”Σ’ ευχαριστώ για τη δροσιά που μου έδωσες”, είπε ,”πες μου τι θες να κάνω κι εγώ για σένα;”
-”Το όνομά μου”, είπε.  “Θα ‘θελα να μάθω το όνομά μου!”
-”Δυστυχώς δεν το ξέρω”, αποκρίθηκε  το φυλλαράκι καθώς έβλεπε τη δροσοσταλίδα να πηδά προς τα κάτω…
Για καλή της τύχη η δροσοσταλίδα έπεσε πάνω στην πλάτη μιας πασχαλίτσας.
Και όχι όποιας κι όποιας μα της πιο σοφής του κήπου.
-”Τι έχεις και είσαι λυπημένη;” ρώτησε η πασχαλίτσα.
-”Θέλω να μάθω το όνομά μου”, είπε η δροσοσταλίδα μελαγχολικά.
“-Αιώνες τώρα χορεύω στα σύννεφα, στα ποτάμια, στις λίμνες, στις θάλασσες…και όποιον συναντώ τον ρωτώ πως με λένε, μα κανείς δεν ξέρει. Μήπως ξέρεις εσύ;”
-”Όχι”, απάντησε  η σοφή πασχαλίτσα, “αλλά θα σε πάω σε κάποιον που σίγουρα ξέρει!”
Μια και δυο ξεκίνησαν και μετά από λίγο έφτασαν σ’ ένα σπόρο φραουλιάς που λιαζόταν ξαπλωμένος  τεμπέλικα στο χώμα.
Η πασχαλίτσα άφησε τη δροσοσταλίδα πάνω στο σπόρο και φεύγοντας είπε χαμογελώντας.
-”Να αυτός ξέρει το όνομά σου”.
Έκπληκτη η δροσοσταλίδα ρώτησε τον σπόρο της φραουλιάς.
-”Αλήθεια; Αλήθεια εσύ ξέρεις το όνομά μου;”
-”Ναι, το ξέρω” απάντησε ο σπόρος μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, “το ξέρω”.
-”Σε λένε ΖΩΗ και σε περίμενα…” της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά…
 
Σημείωση: Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Αντώνη Δημητρακόπουλο για την τιμή που μου έκανε να μου δώσει και να μου επιτρέψει να δημοσιεύσω το παραπάνω υπέροχο παραμύθι με τίτλο “Δροσοσταλίδα”, το οποίο κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Ίκαρος. Πάντα έλεγα ότι ένα βιβλίο είναι το πιο υπέροχο και συναρπαστικό δώρο που μπορείς να κάνεις , είτε στα μικρά είτε… στα μεγάλα παιδιά και πιστέψτε με το συγκεκριμένο είναι μια πολύ όμορφη πρόταση για να ταξιδέψουμε την φαντασία των μικρών μας φίλων.
Posted in Παραμύθια, Ποίηση, στίχοι και λογοτεχνικά αποσπάσματα | Tagged , , , , , , , , | 18 σχόλια

Να κάνεις ότι σε κάνει να χαμογελάς!


Από μικρή πίστευα ότι πρέπει να κάνω τους άλλους χαρούμενους γιατί θεωρούσα ότι έτσι θα γινόμουν και εγώ. Κοίταζα τόσο πολύ τα θέλω των άλλων που άρχισα να ξεχνώ τα δικά μου. Σιγά σιγά όμως, κατάλαβα πως για να είσαι ευτυχισμένος θα πρέπει να κάνεις ότι σε κάνει να χαμογελάς ,γιατί η ευτυχία ,τελικά , πηγάζει πρώτα από μέσα σου…

melita 4/5/12
Posted in Σταλαγματιές ψυχής και ονείρων ή απλά οι σκέψεις μου... | Tagged , , , , , , , , | 4 σχόλια

Η πόλη των πηγαδιών…

Εκείνη την πόλη δεν την κατοικούσαν άνθρωποι, όπως όλες τις άλλες πόλεις του πλανήτη.
Σ’ εκείνη την πόλη κατοικούσαν πηγάδια. Πηγάδια ζωντανά … αλλά πηγάδια.
Τα πηγάδια διέφεραν μεταξύ τους όχι μόνο ως προς τον τόπο όπου είχαν ανοιχτεί, αλλά και ως προς το στόμιο (το άνοιγμα που τα συνέδεε με τον εξωτερικό κόσμο).
Υπήρχαν πηγάδια ευκατάστατα και πολυτελή, με στόμιο από μάρμαρο και όμορφα μέταλλα, πηγάδια ταπεινά από τούβλα και ξύλο, κι άλλα πιο φτωχά, απλές γυμνές τρύπες που ανοίγονταν στη γη.
Η επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων της πόλης γινόταν από στόμιο σε στόμιο, και οι ειδήσεις έφταναν γρήγορα απ’ άκρη σ’ άκρη.
Μια μέρα, έφτασε στην πόλη μια «μόδα» που μάλλον είχε γεννηθεί σε κάποιο ανθρώπινο χωριό.
Η νέα ιδέα ήταν ότι κάθε ζωντανό όν που εκτιμούσε τον εαυτό του θα έπρεπε να φροντίζει πολύ περισσότερο το εσωτερικό παρά το εξωτερικό. Το σημαντικό δεν ήταν η επιφάνεια, αλλά το περιεχόμενο.
Έτσι έγινε, και τα πηγάδια άρχισαν να γεμίζουν με αντικείμενα.
Μερικά γέμισαν με κοσμήματα, χρυσά νομίσματα και πολύτιμες πέτρες. Άλλα, πιο πρακτικά, γέμισαν με ηλεκτρικές συσκευές και μηχανές. Μερικά άλλα επέλεξαν την τέχνη και γέμισαν με πίνακες ζωγραφικής, πιάνα με ουρά και εξεζητημένα μεταμοντέρνα γλυπτά. Τέλος, τα διανοούμενα γέμισαν με βιβλία, ιδεολογικά μανιφέστα και εξειδικευμένα περιοδικά.
Πέρασε ο καιρός. Τα περισσότερα πηγάδια γέμισαν σε τέτοιο σημείο, ώστε τίποτ’ άλλο δεν χωρούσε.
Τα πηγάδια δεν ήταν όλα ίδια, οπότε κάποια συμβιβάστηκαν, ενώ άλλα σκέφτηκαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι για να συνεχίσουν να συσσωρεύουν πράγματα στο εσωτερικό τους …
Ένα απ’ αυτά έκανε την αρχή. Αντί να συμπιέζει το περιεχόμενο, σκέφτηκε να αυξήσει τη χωρητικότητά του διευρύνοντας το χώρο του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι άρχισαν και τα υπόλοιπα να μιμούνται την καινούργια ιδέα. Όλα τα πηγάδια δαπανούσαν μεγάλο μέρος της ενέργειάς τους για να επεκταθούν και ν’ αποκτήσουν περισσότερο χώρο στο εσωτερικό τους.
Ένα πηγάδι, μικρό κι απόκεντρο, άρχισε να βλέπει τους συντρόφους του να επεκτείνονται χωρίς μέτρο. Σκέφτηκε ότι αν συνέχιζαν να διευρύνονται με αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα μπέρδευαν τα όριά τους και το κάθε ένα θα έχανε την ταυτότητά του …
Ίσως, ξεκινώντας από αυτήν την ιδέα, σκέφτηκε ότι ένας διαφορετικός τρόπος για να αυξήσει τη χωρητικότητά του ήταν να μεγαλώσει όχι φαρδαίνοντας, άλλα βαθαίνοντας. Να επεκταθεί σε βάθος αντί για πλάτος. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι όλα όσα είχε στο εσωτερικό του έκαναν αδύνατη την εργασία της εκβάθυνσης. Αν ήθελε να γίνει πιο βαθύ, όφειλε να ξεφορτωθεί ολόκληρο το περιεχόμενό του …
Στην αρχή, το κενό το τρόμαξε. Αλλά αργότερα, όταν είδε ότι δεν είχε άλλη επιλογή, το έκανε.
Χωρίς τίποτα στην κατοχή του, το πηγάδι άρχισε να βαθαίνει, ενώ τα υπόλοιπα άρπαζαν τα αντικείμενα που είχε πετάξει …
Μια μέρα, κάτι ξάφνιασε το πηγάδι που μεγάλωνε προς τα κάτω. Κάτω, πολύ κάτω, πολύ στο βάθος … βρήκε νερό!
Ποτέ πριν άλλο πηγάδι δεν είχε ξαναβρεί νερό.
Το πηγάδι ξεπέρασε την έκπληξή του κι άρχισε να παίζει με το νερό καταβρέχοντας τα τοιχώματά του, πιτσιλώντας το στόμιό του και, τέλος, βγάζοντας το νερό προς τα έξω.
Η πόλη δεν είχε ποτέ βραχεί από τίποτ’ άλλο πέρα από τη βροχή η οποία, εκ των πραγμάτων, ήταν αρκετά σπάνια, Έτσι, η γη τριγύρω απ’ το πηγάδι, αναζωογονημένη από το νερό, άρχισε να ξυπνά.
Οι σπόροι βλάστησαν παίρνοντας τη μορφή χλόης, τριφυλλιών, λουλουδιών και αδύναμων κορμών που μετατράπηκαν αργότερα σε δέντρα …
Μια έκρηξη χρωμάτων και ζωής απλώθηκε γύρω από το απομακρυσμένο πηγάδι το οποίο άρχισαν να αποκαλούν : ‘Το Περιβόλι”.
Όλοι το ρωτούσαν πως είχε καταφέρει αυτό το θαύμα.
“Δεν είναι κανένα θαύμα”, απαντούσε το Περιβόλι.
“Πρέπει να σκάψεις στο εσωτερικό , προς τα μέσα”.
Πολλοί θέλησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Περιβολιού , αλλά αποδοκίμασαν την ιδέα όταν συνειδητοποίησαν ότι , για να βαθύνουν , θα έπρεπε πρώτα να αδειάσουν.
Συνέχισαν να διευρύνονται όλο και πιο πολύ για να γεμίσουν με περισσότερα ακόμα πράγματα…
Στην άλλη άκρη της πόλης , ένα άλλο πηγάδι αποφάσισε κι αυτό να πάρει το ρίσκο να αδειάσει…Κι άρχισε κι αυτό να βαθαίνει…
Κι έφτασε κι αυτό στο νερό…Και το έριξε κι αυτό προς τα έξω δημιουργώντας μια δεύτερη όαση στο χωριό…
“Τι θα κάνεις όταν θα τελειώσει το νερό ;” , το ρωτούσαν.
“Δεν ξέρω τι θα συμβεί” απαντούσε.
“Αλλά προς το παρόν , όσο περισσότερο νερό βγάζω , τόσο περισσότερο βρίσκω”.
Πέρασαν μερικοί μήνες μέχρι τη μεγάλη ανακάλυψη . Μια μέρα , σχεδόν κατά τύχη, τα δυο πηγάδια κατάλαβαν ότι το νερό που είχαν βρει στο βάθος τους ήταν το ίδιο…
Ότι το ίδιο υπόγειο ποτάμι που περνούσε από το ένα , γέμιζε το βάθος του άλλου. Κατάλαβαν ότι ξεκινούσε γι’ αυτά μια καινούργια ζωή. Όχι μόνο μπορούσαν να επικοινωνούν από στόμιο σε στόμιο , επιφανειακά , όπως όλοι οι άλλοι , αλλά η αναζήτησή τους , τους είχε προσφέρει ένα νέο και μυστικό σημείο επαφής.
Είχαν ανακαλύψει τη βαθιά επικοινωνία που πετυχαίνουν μόνον εκείνοι που έχουν το θάρρος να αδειάσουν από κάθε περιεχόμενο και να ψάξουν στο βάθος της ύπαρξής τους για να βρουν τι έχουν να δώσουν…
πηγή: Χόρχε Μπουκάι
Posted in Διδακτικές ιστορίες | Tagged , , , , , , , , , , , , | 4 σχόλια

Είναι κάτι στιγμές…

Όταν βλέπω την άλλη πλευρά της ζωής , πάντα μια σκιά από το παρελθόν μου θυμίζει εσένα. Κοιτάζω στον καθρέφτη το πρόσωπο μου και δεν με αναγνωρίζω πλέον…Βάζω τα κομμάτια της ζωής μου σε μια σειρά και θυμάμαι όλες εκείνες τις εικόνες που είναι ικανές να ζεστάνουν και τους πιο κρύους χειμώνες….τις δικές μας στιγμές…
Posted in Καλημέρα με χαμόγελο!!!, Μουσικά ταξίδια, Σταλαγματιές ψυχής και ονείρων ή απλά οι σκέψεις μου... | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , | 12 σχόλια

Η μαγεία του να είσαι διαφορετικός…

Σας παραθέτω ένα βιντεάκι που μου έστειλαν πριν λίγο καιρό και που θεωρώ αξίζει να αφιερώσετε 1:30 λεπτό από το χρόνο σας για να το δείτε. Πρόκειται για μία διαφήμιση η οποία αφορά άτομα με ειδικές ικανότητες.
Αφήνω μαζί με το βίντεο και τα λόγια του δημιουργού:
“Ένας άνδρας στέκεται στο κέντρο μιας πλατείας στην ντυμένος ως ένα γλυκύτατο αρκουδάκι. Οι περαστικοί στην αρχή είναι διστακτικοί και ντροπαλοί και δεν τον πλησιάζουν αλλά μετά, ένας ένας όλοι αρχίζουν να τον πλησιάζουν και να τον αγκαλιάζουν.
Μέχρι και ένα σκυλάκι φαίνεται να χαίρεται με την αγκαλιά του μεγάλου λούτρινου αρκούδου. Έτσι, η πλατεία μοιάζει σαν να έχει στηθεί μια γιορτή από δωρεάν αγκαλιές.
Αυτή είναι η συγκινητική και ιδιαιτέρως έξυπνη διαφήμιση του οργανισμού », της Ελβετίας, ο οποίος βοηθά άτομα με ειδικές ανάγκες. Στην ουσία αποδεικνύεται ως πείραμα: σχεδόν όλοι οι άνθρωποι δείχνουμε κάποια εμπάθεια στα άτομα με ειδικές ανάγκες και λίγοι θα καθόντουσαν δίπλα στον άνδρα που κρύβεται μέσα στο αποκριάτικο κουστούμι.
«Χρειάζεται να μεταμφιεζόμαστε για να έρθουμε πιο κοντά;», αναρωτιέται στο τέλος ο άνδρας με ειδικές ανάγκες, βγάζοντας το «κουστούμι παραλλαγής». «Ελάτε πιο κοντά», κλείνει η διαφήμιση.”
Posted in Ειδήσεις,γεγονότα ,διάφορα περίεργα,για να γελάσουμε | Tagged , , , , , , , , , , , , | 16 σχόλια

Το αίνιγμα της αγάπης…

Θα ξέρετε ασφαλώς ότι όλα τα ζώα, τα πουλιά, και τα έντομα μιλάνε.
Και τα λουλούδια επίσης! Για την ακρίβεια δε μιλάνε μα ψιθυρίζουν,
ψιθυρίζουν τόσο σιγά που πρέπει να πας πολύ κοντά τους για να τ’ ακούσεις.
Πιάνουν την κουβέντα με τις ώρες και ούτε που λεν να σταματήσουν.
Ειδικά τα λουλούδια είναι οι μεγαλύτεροι πολυλογάδες.
Τους αρέσει συνήθως  να μιλούν για τ’ αρώματα τα χρώματα και την ομορφιά τους.
Μια φορά που λέτε, σ’ ένα μεγάλο καγκελόφραχτο κήπο κι ενώ απομακρυνόταν ο κηπουρός που καθημερινά τα φρόντιζε, έπιασαν το κουβεντολόι!
Πρώτο πήρε το λόγο το Τριαντάφυλλο.
- Θαρρώ πως είμαι το ομορφότερο λουλούδι του κήπου, είπε αυτάρεσκα επιδεικνύοντας
τους πορφυρούς βελούδινους μανδύες του.
- Μα τι λες? διαμαρτυρήθηκε ο Κρίνος ισιώνοντας την κίτρινη γραβάτα του μέσα από το άσπρο του κοστούμι.
- Η μυρωδιά μου, η δροσερή ανάσα μου δεν απαντιέται πουθενά, τον διέκοψε η Γαρδένια κουνώντας με νάζι το λευκό της φόρεμα.
-Ει εειιιι είμαι κι εγώ εδώ,  φώναξε ο Πανσές μέσα απ’ το μαβί μεταξωτό πουκάμισό του. Ρίξτε μια ματιά προς τα κάτω και είμαι βέβαιος πως θ’ αλλάξετε γνώμη, είπε και γέλασε τρανταχτά καθώς ένα Μυρμήγκι του γαργαλούσε την πατούσα.
-Για κάντε λιγάκι ησυχία να κοιμηθούμε, αναστέναξε το Νυχτολούλουδο. Και όσον αφορά τ’ αρώματα και την ομορφιά ας το συζητήσουμε το βράδυ ρωτώντας και το φεγγάρι να μας πει τη γνώμη του, και γύρισε νυσταλέα απ’ την άλλη πλευρά για να συνεχίσει τον υπνάκο του.
-Μπα!  Και γιατί παρακαλώ να μη ρωτήσουμε τον ήλιο? αναφώνησε απορημένο το Ηλιοτρόπιο. Αυτός θα ξέρει καλύτερα!
Έξω απ’ το φράχτη του κήπου στεκόταν μια Μαργαρίτα και παρακολουθούσε τη συζήτηση μα δεν τολμούσε να μιλήσει. Δεν είχε και πολλά να πει άλλωστε, ούτε εντυπωσιακή ήταν, και ούτε κουβαλούσε κάποια ιδιαίτερη μυρωδιά στο κορμάκι της.
Ζούσε στο δρόμο δίχως φίλους και εκτός των άλλων τα ρούχα της ήταν βρώμικα και σκονισμένα μιας και ποτέ ο κηπουρός δε σκέφτηκε να την φροντίσει.
Μονάχα άκουγε σιωπηλή την κουβέντα που είχε πια ανάψει για τα καλά. Το λόγο πήραν με τη σειρά η Ντάλια, το Χρυσάνθεμο, και η Πικροδάφνη που επέμενε  διαρκώς πως έπρεπε να την λένε Γλυκοδάφνη και οτι ο νονός της ήταν κουφός, δεν άκουσε καλά κι έτσι έγινε η παρεξήγηση. Τέλος ο Νάρκισσος σίγουρος για τον εαυτό του και την ομορφιά του,  πρότεινε κομπάζοντας να ρωτήσουν την Μέλισσα που καθημερινά ερχόταν και έδινε σε όλους το φιλί της.
-Σωστά, τη Μέλισσα!!! αναφώνησαν όλοι  μαζί. Τη Μέλισσαααα!!!
Η Μέλισσα άκουσε τα ξεφωνητά τους πλησίασε κοντά και τους αποκρίθηκε ξύνοντας σκεφτική το κεφάλι της.
-Όλα τα λουλούδια είστε όμορφα το δίχως άλλο.  Όλα σας έχετε φανταχτερά χρώματα
και υπέροχα αρώματα που με μεθάνε. Ακόμα και ένα να έλειπε από σας ο κόσμος δεν θα ήταν το ίδιο όμορφος, δεν θα ήταν τόσο δροσερός ο αέρας ούτε κι ο ήλιος θα ήταν τόσο λαμπερός. Ίσως να μην υπήρχε καν το φεγγάρι, είπε  χαμογελώντας κλείνοντας πονηρά το μάτι στο Νυχτολούλουδο που ‘χε πια ξυπνήσει για τα καλά τούτη τη φορά. Όλα σας αγαπώ και γι’ αυτό κάθε μέρα θα σας δίνω το φιλί μου!
Μα…μα κάποτε είχα ακούσει συνέχισε η Μέλισσα,  ότι ένας από σας λύνει το αίνιγμα της αγάπης…
Όλα τα λουλούδια κοιτάχτηκαν απορημένα μεταξύ τους.
-Ποιος?  Ποιος?  φώναξαν όλα μαζί μ’ ένα στόμα. Ποιος από μας έχει αυτή τη δύναμη?
Η Μέλισσα ξαναέξυσε λίγο το κεφάλι της να θυμηθεί και ύστερα από λίγο απάντησε.
-Η Μαργαρίτα!
-Η Μαργαρίτα???  αναφώνησαν όλα μαζί ξαφνιασμένα και γύρισαν προς το μέρος της. Μα εκείνη δεν ήταν πια εκεί…
Την ίδια  στιγμή ακριβώς μια φωνή ακούστηκε λίγο πιο μακρυά έξω απ’ το φράχτη να μονολογεί…
-Μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά , μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά , μ΄αγαπά δε μ’ αγαπά.
-Μ’ αγαπάααα, ήταν η τελευταία λέξη που άκουσαν καθώς έβλεπαν τα μικρά  σκονισμένα πέταλα της Μαργαρίτας να στροβιλίζονται στον αέρα και να πέφτουν  απαλά προς το έδαφος….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου