Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

ΟΙΚ ΚΟΙΝ/ΚΗ ΖΩΗΝ ΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ -ΘΕΑΤΡΟ


Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Πορτραίτο από τον Βασίλι Περόφ (1872)
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ
Ο πατέρας του Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς ήταν γιος κληρικού, αλλά όχι αριστοκράτης. Σύμφωνα με την παράδοση της εποχής θα έπρεπε να γίνει και αυτός κληρικός, κατόρθωσε όμως να σπουδάσει ιατρική, έγινε στρατιωτικός γιατρός και με τη σταδιοδρομία του αυτή μπήκε στην κληρονομική αριστοκρατία. Οι σκληρές συνθήκες τον έκαναν άνθρωπο σκληρό, φίλερι, νευρικό και φορτικό. Οι εκρήξεις θυμού του ήταν τρομερές, διακρινόταν για την τσιγκουνιά του, ενώ υπέφερε από κάποια μορφής αλκοολισμό. Φεύγοντας από τη στρατιωτική υπηρεσία τελείωσε την καριέρα του ως διευθυντής ενός πτωχοκομείου στη Μόσχα. Έτσι η κοινωνική αφετηρία του Ντοστογιέφσκι βρισκόταν κατά κάποιον τρόπο στο σύνορο της αριστοκρατίας και των «Rasnotchinzen», (κατά λέξη μεταφράζεται «άνθρωποι από άλλη τάξη») οι οποίοι είναι άτομα του μη αριστοκρατικού μεσαίου στρώματος, με προσωπικές ικανότητες και επιτεύγματα, τα οποία είχαν κατορθώσει να αποκτήσουν πρόσβαση στο ανώτερο στρώμα, κυρίως ως καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, δάσκαλοι (ιδίως οικοδιδάσκαλοι), γιατροί, επίσης σε άλλα επαγγέλματα διανοουμένων που ως προϋπόθεση είχαν ένα υψηλότερο πνευματικό επίπεδο.[1] Έτσι, ο πατέρας του ήταν «ευγενής πρώτης γενιάς κι από νομική άποψη ανήκε στα προνομιούχα ανώτερα στρώματα, χωρίς όμως κοινωνικό status». Η μητέρα του, Μαρία Φιοντόροβα Νετσάγιεβα, ήταν το εντελώς αντίθετο. Η σύζυγος του γιατρού αγαπούσε την ποίηση, εκτιμούσε τον Ζουκόφσκι και τον Πούσκιν, διάβαζε μυθιστορήματα, ξεχώριζε για τις μουσικές της γνώσεις, τραγουδούσε ρομαντικά τραγούδια και έπαιζε κιθάρα στις κοινωνικές της συναναστροφές. Σε όλη της τη ζωή δέχτηκε την αφόρητη ζήλεια του συζύγου της.

Ο Φιοντόρ ήταν το δεύτερο αγόρι του ζεύγους και γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου του 1821 στη Μόσχα. Έμαθε ανάγνωση από τη μητέρα του, διαβάζοντας μια συλλογή από ιστορίες της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Από όλες τις ιστορίες πιο πολύ τον γοήτευσε το «Βιβλίο του Ιώβ». Όταν έγινε 10 ετών, ήρθε σε επαφή με τη ρωσική ύπαιθρο, τις συνήθειες, τα ήθη και τις παραδόσεις της. Ήταν τότε που ο πατέρας του θα αγόραζε, το 1831, ένα μεγάλο αγρόκτημα με τρία χωριά στην επαρχία της Τούλας και για να εξασφαλίσει την οικογένειά του και για να έχει πρόσβαση στην αριστοκρατία. Μισό αιώνα αργότερα, στο τελευταίο του μυθιστόρημα θυμάται το αγρόκτημα των παιδικών του χρόνων, που το τοποθετεί στην ιδιοκτησία του ακόλαστου και σκληρού Φιοντόρ Καραμαζόφ. Και δεν ήταν το μόνο απ’ όσα τον εντυπωσίασαν, τον συγκλόνισαν ή τον συγκίνησαν που έγιναν ήρωες, χώροι δράσης ή το φόντο στις ιστορίες του, στον κόσμο που έπλασε μέσα στα βιβλία του. Ένα άλογο που δέχεται άδικα και βίαια χτυπήματα από τον αγωγιάτη, ο κόσμος των έγκλειστων στο κάτεργο, όπου κι αυτός εξορίστηκε, οι νύχτες που πέρασε τζογάροντας στα καζίνα της Γερμανίας, ένας ονειροπόλος συγγραφέας, όλα γίνονται μέρος των βιβλίων του: «Έγκλημα και τιμωρία», «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», «Ο παίκτης», «Λευκές νύχτες»... Πολλοί από τους ήρωές του ήταν κομμάτια του εαυτού του. Έτσι ο νεαρός Φιοντόρ «δε μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια και τη στέρηση» αλλά μέσα σε συνεχείς οικονομικούς υπολογισμούς και παρατηρώντας την πραγματική φτώχεια στους ασθενείς του πτωχοκομείου. Ο πατέρας του θα δολοφονηθεί το 1839, επειδή ήταν ιδιαίτερα μισητός στους χωρικούς λόγω του σκληροτράχηλου και αυταρχικού του χαρακτήρα. Ο Ντοστογιέφσκι, ύστερα από την αρχική κατ’ οίκον διδασκαλία, πήγε οικότροφος σε δύο σχολεία στη Μόσχα, ένα από τα οποία γαλλικό. Όταν τέλειωσε το σχολείο, συνέχισε τις σπουδές του στην Πετρούπολη, σε κρατική στρατιωτική σχολή μηχανικών και για σύντομο χρονικό διάστημα άσκησε αυτό το επάγγελμα. Το 1843 αποχωρώντας οριστικά από αυτό το επάγγελμα έλαβε την απόφαση να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη λογοτεχνία. Αυτό δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας, που ξεκινούσε από τα χρόνια της σχολικής εκπαίδευσής του: σταθερός ήταν ο προσανατολισμός του στη λογοτεχνία.
Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΓΡΑΦΗ
Ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς είχε μια πολύ τρυφερή σχέση με τη μητέρα του, που πέθανε νωρίς από φυματίωση, κουβαλώντας τις διαρκείς υποψίες του συζύγου της ότι διαρκώς τον απατά. Στο πρόσωπο εκείνης, η ζωή η ίδια έθεσε, μπροστά στον μελλοντικό μεγάλο ανατόμο των ηθών, το ζήτημα του αθώου θύματος, του άδικου βασανιστηρίου, της αργής ψυχικής εξάντλησης μιας αγνής και άδολης ψυχής. Θεμέλιο της δημιουργικής σκέψης του Ντοστογιέφσκι έγινε η ηθική, ενώ η μορφή της μητέρας του εξυψώθηκε ως ενσάρκωση του ηθικού κάλλους και του ηθικού αγαθού. Η Μαρία Φιοντόροβα πέθανε την ίδια ημέρα με τον Πούσκιν, το 1837. Ο Φιοντόρ ανακοίνωσε στον αδελφό του Μιχαήλ ότι αν δεν είχαν το οικογενειακό τους πένθος, θα φορούσε μαύρα ρούχα για να πενθήσει τον Πούσκιν. Παρ’ όλα αυτά, δεν έζησε μόνο την ασκητική ζωή ενός εμπνευσμένου και ευαίσθητου δημιουργού. «Ανεξάρτητα από τις απώλειες, αγαπώ τη ζωή πολύ, αγαπώ τη ζωή για τη ζωή και, παράξενο, εξακολουθώ να συνεχίζω να αρχίζω να ζω. Σύντομα θα γίνω 50 ετών, και παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ με τίποτα να συνειδητοποιήσω: τελειώνει άραγε η ζωή μου ή, μήπως, απλώς τώρα αρχίζει; Να ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό του χαρακτήρα μου, μπορεί ίσως, και της δραστηριότητάς μου».
Το γραφείο του Ντοστογιέφσκι
ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΣΕ ΕΞΟΡΙΑ
Τον Απρίλιο του 1849 ο Ντοστογιέφσκι συνελήφθη και πέρασε από έκτακτο στρατοδικείο. Η κατηγορία ήταν για συμμετοχή σε προδοτική συνωμοσία. Την άνοιξη του 1849 είχε προσχωρήσει σε μια πολιτικοφιλοσοφική λέσχη που έγινε γνωστή ως κίνηση Πετρασέφσκι ή οι «Πετρασέφσκηδες».[2][3] Η ποινή που επιβλήθηκε στον Ντοστογιέφσκι ήταν 4 χρόνια καταναγκαστικά έργα και στρατιωτική υπηρεσία ως απλός στρατιώτης για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Στο δικαστήριο δεν αρνήθηκε ούτε τις φιλελεύθερες πεποιθήσεις του ούτε το ενδιαφέρον του για τον ουτοπικό σοσιαλισμό, ιδιαίτερα για τις ιδέες του Σαρλ Φουριέ ή τη διαμαρτυρία του για πολλά φαινόμενα της ρωσικής πραγματικότητας. Παρουσίασε τον εαυτό του ως έναν «αφελή-έντιμο ανθρωπιστή και λόγιο ο οποίος απέβλεπε στο γενικό καλό της ανθρωπότητας», κυρίως όμως ήθελε μέσα από την πλούσια βιβλιοθήκη των Πετρασέφσκι «να γνωρίσει τα νεότατα λογοτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης». Το δικαστήριο δεν δέχθηκε αυτή του την εξήγηση και «ίσως είχε τους λόγους του να είναι δύσπιστο». Έτσι από μεταγενέστερες μαρτυρίες είναι για παράδειγμα γνωστό ότι συμμετείχε ενεργά στην προσπάθεια λειτουργίας παράνομου τυπογραφείου, ενώ «ευκαιριακά είχε δηλώσει πως ήταν διατεθειμένος να πάρει μέρος εν ανάγκη και σε μια ένοπλη εξέγερση». Στις 16 Νοεμβρίου 1849 ο Ντοστογιέφσκι και οι σύντροφοί του δικάστηκαν και καταδικάσθηκαν σε θάνατο. Ακολούθησε ένας πόλεμος νεύρων με εικονικές εκτελέσεις και ατέλειωτες ώρες παραμονής σε μια πλατεία της Πετρούπολης, στις 22 Δεκεμβρίου του 1849, σε αναμονή του εκτελεστικού αποσπάσματος. Η ποινή του μετατράπηκε τελικά σε τετραετή εξορία και καταναγκαστικά έργα στο Ομσκ της Σιβηρίας. Το φθινόπωρο του 1855 έγινε υπαξιωματικός και τον επόμενο χρόνο προήχθη σε αξιωματικό. Τον Μάρτιο του 1859 του επιτράπηκε να επιστρέψει στην Ευρωπαϊκή Ρωσία, όχι όμως ακόμα στις μεγάλες πόλεις. Αυτό θα γίνει τον Δεκέμβριο του 1859. Την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας θα κάνει τον πρώτο του γάμο: γνωρίζει και παντρεύεται τον Φεβρουάριο του 1857 τη Μαρία Ισάγιεβα, που λίγο πριν είχε χηρέψει. Ήταν «μία πραγματικά μορφωμένη και με τον τρόπο της γοητευτική γυναίκα, συνάμα όμως έπασχε από ανίατο πνευμονικό νόσημα, νευρική και ευερέθιστη, προφανώς υστερική, αν όχι ψυχοπαθής».

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ
Το 1859 επέστρεψε στην Πετρούπολη και εξέδωσε μαζί με τον αδελφό του δύο περιοδικά τα οποία, όμως, δεν σημείωσαν επιτυχία με αποτέλεσμα ο Ντοστογιέφσκι να βρεθεί καταχρεωμένος. Ο μόνος τρόπος για να συγκεντρώσει χρήματα και να ξεπληρώσει τα χρέη του ήταν η συγγραφή. Την ίδια περίοδο εκδηλώθηκε το σχεδόν νοσηρό του πάθος για τα τυχερά παιχνίδια (ακριβώς ως αποτέλεσμα αυτής της οικονομικής δυσχέρειας) που τον έφερε στο χείλος της υλικής και της σωματικής καταστροφής. Στο διάστημα αυτό έγραψε τα καλύτερα του έργα: «Ο παίκτης», «Οι αδερφοί Καραμαζόφ», «Έγκλημα και Τιμωρία», «Ο Ηλίθιος», «Οι δαιμονισμένοι». Όταν κατάφερε πλέον να ανασάνει από το βάρος των χρεών, ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Πολίτης» και λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το δικό του περιοδικό «Το Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα», που σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκδοτικές εμπειρίες σημείωσε τεράστια επιτυχία.
Αγία Πετρούπολη
ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Το τυχερό παιχνίδι τον τραβάει σαν ένας επικίνδυνος και θανατηφόρος πειρασμός: «Το βασικό είναι το παιχνίδι. Μόνο να ξέρατε πώς σε τραβάει! Όχι, σας ορκίζομαι ότι αυτό δεν είναι απλώς μια ιδιοτέλεια, αν και πριν απ’ όλα χρειαζόμουν χρήματα για τα χρήματα». Στις 8 Σεπτεμβρίου 1863, γράφει στον αδελφό του: «Φίλε μου Μίσα, είμαι στο Βισμπάντεν, έφτιαξα ένα σύστημα παιχνιδιού, το εφάρμοσα στην πράξη και αμέσως κέρδισα 10.000 και αμέσως έχασα. Το απόγευμα επέστρεψα πάλι στο σύστημα και πάλι, με κάθε αυστηρότητα, δίχως κόπο, κέρδισα σε μικρό χρονικό διάστημα 3.000 φράγκα. Πες μου: έπειτα από αυτό πώς θα μπορούσα να μην πέσω με τα μούτρα, πώς θα μπορούσα να μην πιστέψω ότι ακολουθώντας αυστηρά το σύστημά μου έχω την ευτυχία μου στα χέρια μου; Χρειάζομαι χρήματα. Εδώ στ’ αστεία μόνο χάνονται δεκάδες χιλιάδες. Ναι, έφυγα με το σκοπό να μας σώσω όλους, αλλά και τον εαυτό μου από τη συμφορά...». Το βασικό αστείο είναι ότι όλες οι δυνάμεις, η τόλμη και η ενεργητικότητά του κατευθύνονται στη ρουλέτα. Είναι παίκτης και μάλιστα όχι απλός, είναι σαν τον τσιγκούνη πρίγκιπα του Πούσκιν, δεν είναι απλώς ένας άλλος τσιγκούνης. Είναι κατά κάποιον τρόπο ποιητής, η ουσία όμως της υπόθεσης είναι ότι ο ίδιος ντρέπεται γι’ αυτήν του την ποιητικότητα, γιατί την αντιμετωπίζει ως κάτι το ευτελές, αν και η ανάγκη για τη διακινδύνευση τον εξευγενίζει στα ίδια του τα μάτια. Όλο το διήγημα είναι μια αφήγηση γι’ αυτόν, έτσι όπως για τρία συνεχή χρόνια παίζει στις ρουλέτες του εξωτερικού. Αυτό είναι το πρώτο σχέδιο του μελλοντικού «Παίκτη».
ΤΟ ΣΠΙΤΙ-ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟΥ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ
Στις αρχές Οκτώβρη του 1878, ο Ντοστογιέφσκι με την οικογένειά του μετακόμισε σ’ ένα διαμέρισμα στην οδό Κουζνέτσνυ αριθ. 5. Η απόφαση να πάει σ’ ένα νέο σπίτι συνδέεται με τον τραγικό θάνατο του μικρότερου γιου του στις 16 Μαΐου του 1878 από επιληψία, αρρώστια που είχε κληρονομήσει από τον ίδιο τον πατέρα του. Το διαμέρισμα αυτό, όπου ο Ντοστογιέφσκι έζησε για 2,5 χρόνια μέχρι το θάνατό του, ήταν στο δεύτερο όροφο με 6 δωμάτια και παράθυρα με θέα στην Εκκλησία του Αγίου Βλαντίμιρ, όπου ο Ντοστογιέφσκι εκκλησιαζόταν στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στο σπίτι αυτό με την ταπεινή επίπλωση, ο Ντοστογιέφσκι έγραψε το τελευταίο μυθιστόρημά του «Οι αδελφοί Καραμαζόφ». Το Νοέμβριο του 1991, με τη συμπλήρωση 150 χρόνων από τη γέννηση του συγγραφέα, το Μουσείο Ντοστογιέφσκι της Αγίας Πετρούπολης άνοιξε στο κοινό τις πύλες του στο σπίτι αυτό. Ο Ντοστογιέφσκι, πέρα από επιληπτικός, υπέφερε σ’ όλη του τη ζωή και από ασθένεια των πνευμόνων. Στις 26 Γενάρη του 1881, είχε μια σοβαρή πνευμονική αιμορραγία. Το βράδυ της ίδιας ημέρας κάλεσαν τον ιερέα της γειτονικής Εκκλησίας του Αγίου Βλαντίμιρ κι ο Ντοστογιέφσκι εξομολογήθηκε και δέχτηκε τη Θεία Κοινωνία. Όπως γράφει στο «Ημερολόγιό» της η Άννα Γρηγόριεβνα Ντοστογιέφσκι, όταν διαβεβαίωνε τον Ντοστογιέφσκι ότι θα ζούσε ακόμη για πολλά χρόνια, εκείνος της απάντησε: «Όχι, το ξέρω, θα πεθάνω σήμερα! Άναψε μια λαμπάδα, Άννια, και δώσε μου το Ευαγγέλιο». Στις 28 Γενάρη του 1881, ώρα 8:36 το βράδυ, ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι πέθανε στην Πετρούπολη σε ηλικία 60 ετών.
Τα νέα για το θάνατο του Ντοστογιέφσκι τάραξαν αφάνταστα τους Ρώσους της Αγίας Πετρούπολης. Για δυο συνεχείς ημέρες, 29-30 του Γενάρη, το διαμέρισμα της οδού Κουζνέτσνυ κατακλυζόταν από κόσμο, που συνέρρεε για το τελευταίο αντίο (μπροστά στο ξεσκέπαστο φέρετρο στη μέση του γραφείου του) στον πολυαγαπημένο του συγγραφέα. Όλα τα δωμάτια του σπιτιού ήταν κατάμεστα με κόσμο. Μεγάλες μορφές της ρωσικής λογοτεχνίας συνωστίζονταν γύρω από το φέρετρό του. Το Σάββατο στις 31 Γενάρη, η σορός του Ντοστογιέφσκι μεταφέρθηκε από το σπίτι της οδού Κουζνέτσνυ. Όλη η Αγία Πετρούπολη, δίχως άλλο προηγούμενο, ακολούθησε τη νεκρική πομπή προς το Μοναστήρι του Αλεξάντερ Νιέφσκι, όπου θα γινόταν η ταφή. Πρωτομηνιά, Φλεβάρης του 1881, μετά την εξόδιο λειτουργία στην Εκκλησία του Αγίου Πνεύματος της Μονής και με την παρουσία τεράστιου πλήθους ανθρώπων, ο Ντοστογιέφσκι θάφτηκε στο κοιμητήριο Τίχβιν (Tikhvin) του Μοναστηριού Αλεξάντερ Νιέφσκι, δίπλα στον τάφο του Ρώσου ποιητή Βασίλι Ζουκόφσκι. Στα 1883, σε επιτάφια τελετή, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου και της προτομής του Ντοστογιέφσκι, έργο του γλύπτη Ν. Λαβρέτσκυ. Όχι μακριά από τον τάφο του Ντοστογιέφσκι, βρίσκονται και οι τάφοι διάσημων συνθετών της Ρωσίας: Τσαϊκόφσκι, Ρίμσκυ-Κόρσακοφ, Μουσόργκσκι, Μποροντίν και Γκλίνκα.
Ο τάφος του Ντοστογιέφσκι στην Αγία Πετρούπολη
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
«Θα μελετήσω τους ανθρώπους, αυτός είναι ο πρώτος μου στόχος και φιλοδοξία!» Σ’ αυτή τη φράση του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, του συγγραφέα που ένιωσε «τη δίψα της ψυχής της ανθρωπότητας», όπως ο ίδιος είπε στο τέλος της ζωής του, συμπυκνώνεται η οπτική με την οποία ο Ντοστογιέφσκι προσέγγιζε τα πάθη των ανθρώπων, τις αναζητήσεις τους, τις ελπίδες τους, τη δύναμη της ψυχής τους, τελικά. Άνθρωπος με έντονα πάθη ο ίδιος, ζούσε κάθε στιγμή μέχρι το μεδούλι. Ερωτεύτηκε, εξορίστηκε, φυλακίστηκε, έφτασε μέχρι το ικρίωμα για να ακούσει τη μετατροπή της ποινής του την τελευταία στιγμή, αγάπησε τον τζόγο και βασανίστηκε σ’ όλη του τη ζωή από ασθένειες, σωματικές και ψυχικές. Μόνη του διέξοδος η γραφή. Και την υπηρέτησε με αφοσίωση, δίνοντας αριστουργήματα.
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ
Oι φτωχοί είναι το πρώτο μυθιστόρημα, του Ντοστογιέφσκι, σύντομο στην έκτασή του, που εκδόθηκε στα τέλη Ιανουαρίου του 1846. Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένας πάμπτωχος κατώτερος υπάλληλος, καταφρονεμένος, καταπιεσμένος, ενώ κάποιες φορές μεθάει. Δεν του λείπουν όμως τα αισθήματα και η συμπόνια. Η σύντροφός του είναι μια ορφανή, φτωχή που κατοικεί στο απέναντι σπίτι από το δικό του. Βρίσκεται σε κατάσταση εξάρτησης από μια ασυνείδητη γυναίκα που ζει από σκοτεινές δουλείες, που δεν προσδιορίζονται πιο συγκεκριμένα. Αυτή κατατυραννάει και εκμεταλλεύεται το κορίτσι επικαλούμενη προηγούμενες ευεργεσίες: την είχε προμηθεύσει σ’ έναν πλούσιο έμπορο. Ο Ντέβουσκιν, όπως λένε τον πάμπτωχο υπάλληλο, είναι ερωτευμένος με την Βάρια, την ορφανή φτωχή σύντροφό του, ανταλλάσουν γράμματα και οι δύο, χωρίς όμως ο Ντέβουσκιν να προχωρά σε κάτι περισσότερο. Όμως η Βάρια αποφασίζει να παντρευτεί τον πρώην αποπλανητή της για να μπορέσει να ξεφύγει από τις αφόρητες συνθήκες της ζωής της. Ο Ντέβουσκιν προσπαθεί να την αποτρέψει και τελικά της γράφει ένα γράμμα σε μια τελευταία απέλπιδα προσπάθεια. Ως προς τη μορφή του είναι ένα «επιστολικό μυθιστόρημα». Το βιβλίο είναι γραμμένο από τα δύο πρόσωπα του μυθιστορήματος. Εξωτερικά τηρείται μια ισορροπία όσον αφορά την ανταλλασσόμενη μεταξύ τους αλληλογραφία: επιστολή προς επιστολή. Ο Ντέβουσκιν όμως είναι το κύριο πρόσωπο του έργου. Η Βάρια δεν κάνει τίποτε άλλο από το να του δίνει την αφορμή για να παρουσιάζει ο ίδιος τον εαυτό του. Ο βασικός τόνος του μυθιστορήματος είναι συναισθηματικός αγγίζοντας τα όρια του μελοδραματικού.
Ο σωσίας (1846)
Η Νιετόσκα Νιεζβάνοβα είναι ένα ημιτελές μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, που γράφτηκε στα 1849, με υπότιτλο «Η ιστορία μιας γυναίκας». Αποτελείται από τρία μέρη, αν και ο αρχικός σχεδιασμός του προέβλεπε τουλάχιστον έξι. Στο πρώτο μέρος κεντρική μορφή είναι ο πατριός της ηρωίδας, ένας βιολιστής με ταλέντο, από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (ένας «ρασνοτσίνετς»). Αρχικά υποστηρίζεται από διάφορους μαικήνες, αλλά λόγω του ιδιότροπου χαρακτήρα του καταστρέφει την καριέρα του, την οικογένειά του και τον ίδιο τον εαυτό του. Στο δεύτερο επεισόδιο η ηρωίδα, ορφανή πλέον, ζει με μία αριστοκρατική οικογένεια που την έχει πάρει ως συνοδό για τη συνομήλικη της θυγατέρα. Η αρχικά σαδιστική-τυραννική στάση της μικρής κοντέσας προς την ήπια και παθητική-συναισθηματική Νιέτοσκα, μεταβάλλεται σταδιακά σε μια εξίσου τυραννική αγάπη «που αγγίζει τα όρια της λεσβιακής σχέσης». Στο τρίτο επεισόδιο η ηρωίδα βρίσκεται σε μια νέα οικογένεια. Εδώ γίνεται μάρτυρας της τραγωδίας μια γυναίκας που στο παρελθόν είχε παρασυρθεί σε μια σύντομη απιστία. Ο σύζυγος φαινομενικά είχε συγχωρήσει το ολίσθημά της, εκμεταλλεύεται όμως την μεγαλοψυχία του για να βασανίζει ψυχικά τη γυναίκα με πανούργους εκλεπτυσμένους τρόπους. Και στα τρία επεισόδια ο ρόλος της ηρωίδας του τίτλου περιορίζεται κυρίως στο να παρατηρεί τα γεγονότα, να τα ζει από κοντά και να δίνει μια ώθηση στην πλοκή. Δύσκολα όμως η Νιετόσκα, θα χαρακτηριζόταν «πρόσωπο της πλοκής», αφού το κέντρο βάρους δεν εντοπίζεται ούτε στη μορφή ούτε στη ζωή της ηρωίδας. Πρόκειται για τρία διαφορετικά αφηγήματα που «συνδέονται μεταξύ τους μόνο με το ότι το πρόσωπο του τίτλου παίζει και στα τρία ένα ρόλο». Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις στο τέλος του τρίτου επεισοδίου ότι θα ήταν δυνατόν η ηρωίδα του να αναλάβει έναν πρωτεύοντα ρόλο: η Νιετόσκα, που διαθέτει μια πολύ ωραία φωνή, είναι φανερό πως βρίσκεται στην αρχή μιας πολύ μεγάλης καριέρας. Έτσι ο πιο ακριβής υπότιτλος θα ήταν «ιστορίες γύρω από μία γυναίκα». Γράφτηκε τμηματικά και με διακοπές και από την αρχή ως μία έκθεση, ενώ η καθαυτό ιστορία θα ξετυλιγόταν έπειτα από τα αποσπασματικά νεανικά βιώματα. Είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και έχει τη μορφή των απομνημονευμάτων. Ο κύριος λόγος που έμεινε ημιτελής η νουβέλα Νιετόσκα Νιεζβάνοβα είναι η σύλληψη του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι το 1849 και η καταδίκη του με τέσσερα χρόνια φυλακής στη Σιβηρία που ακολούθησαν. Ποτέ αργότερα δεν έκανε λόγο για το ενδεχόμενο να συνεχίσει με τη μία ή την άλλη μορφή το έργο του που βίαια είχε διακοπεί.
Το όνειρο του θείου μου (1859)
Το χωριό Στεπαντσίκοβο και οι κάτοικοί του (1859)
Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων (1860-1862)
Ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι (1861)
Σημειώσεις από το υπόγειο (1864)
Ο παίκτης του Ντοστογιέφσκι γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 1866. Κάτω από την πίεση των πιστωτών του, ο Ντοστογιέφσκι έπρεπε ως την 1η Νοεμβρίου 1866 να παρουσιάσει ένα νέο μυθιστόρημα που θα συμπεριλαμβανόταν στα «Άπαντά» του, που θα εκδίδονταν από τον εκδότη Στελόφσκι. Σε περίπτωση μη τήρησης της συμφωνίας αυτής, το σύνολο των πνευματικών δικαιωμάτων των προγενέστερων και μεταγενέστερων έργων του θα περιέρχονταν στον εκδότη του για 10 χρόνια. Αυτό το γεγονός ανάγκασε τον Ντοστογιέφσκι να διακόψει τη δουλειά του πάνω στο «Έγκλημα και τιμωρία» και να υπαγορεύσει μέσα σ’ ένα μήνα τον «Παίκτη» στην ειδικά προσκεκλημένη στενογράφο Άννα Γκριγκόριεβνα Σνίτκινα, που έγινε αργότερα η δεύτερη γυναίκα του. Το έργο είχε ως αρχικό τίτλο «Ρουλέτενμπουργκ», αλλά άλλαξε ύστερα από την απόφαση του εκδότη για ένα πιο Ρωσικό τίτλο.
• Το Έγκλημα και τιμωρία είναι ένα από τα κορυφαία έργα του Ντοστογιέφσκι. Στην Αγία Πετρούπολη, το 1866, διαπράττεται ένα διπλό φονικό, με θύματα μια γριά τοκογλύφος και την ανυπεράσπιστη αδερφή της. Δράστης είναι ο Ρασκόλνικωφ, ένας πρώην φοιτητής, που διακατέχεται από την ιδεοληψία ότι είναι «υπεράνθρωπος» κι ότι δικαιούται να εγκληματήσει για το καλό της ανθρωπότητας… Η δράση φέρνει αντίδραση και το έγκλημα επισείει τιμωρία. Ποια θα είναι τιμωρία του; Από πού θα προέλθει; Από το νόμο, με εκφραστή τον ανακριτή Πορφύρη, που υποπτεύεται τον ένοχο εξαρχής και τον κυκλώνει με δεξιοτεχνία ήρεμου γηραιού αιλουροειδούς;… ή από τη συνείδησή του, που θα τον καταβάλει όψιμα, μετά τη συνάντησή του με την πόρνη Σόνια, μια αγία αμαρτωλή; Η ομολογία του δράστη θα είναι αυτόβουλη, το αίτημα του παντεπόπτη οφθαλμού για δικαιοσύνη εκπληρώνεται κι επέρχεται η κάθαρση. Αστυνομικό θρίλερ με θρησκευτικές, φιλοσοφικές και κοινωνικές διαστάσεις, αποτελεί την πρώτη από τις μεγάλες μυθιστορηματικές συνθέσεις του Ρώσου συγγραφέα, με τον κεντρικό της ήρωα, τον νεαρό δολοφόνο Ρασκόλνικοφ, να κυριεύεται από τις Ερινύες, παλινδρομώντας ανάμεσα στο ορθό και το άδικο, το παράλογο και τη λογική. Μπορεί στα νιάτα του ο Ντοστογιέφσκι να πέρασε μια σύντομη περίοδο αθεϊσμού, αλλά όταν καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία για ένα ασήμαντο πολιτικό αδίκημα, οι πεποιθήσεις του άλλαξαν. Τα δεινά που υπέστη και η στενή του επαφή με τον απλό λαό, τον έπεισαν για την αναγκαιότητα της πίστης. Να πώς σχολίαζε ο ίδιος το νόημα του έργου του: «Εδώ, αναπτύσσεται η συνολική ψυχολογική διαδικασία του εγκλήματος. Ο δολοφόνος βασανίζεται από άλυτα προβλήματα και απρόσμενα συναισθήματα. Θείοι και ανθρώπινοι νόμοι ζητούν να τους καταβληθεί το οφειλόμενο αντίτιμο. Και τελικά αναγκάζεται να παραδοθεί, ούτως ώστε, παρότι ίσως πεθάνει στη φυλακή, να μπορεί να χαρεί τη συντροφιά των άλλων ανθρώπινων πλασμάτων. Τον οδηγεί σ’ αυτό η αίσθηση ότι απομονώθηκε από την υπόλοιπη ανθρωπότητα». Ο Ντοστογιέφσκι εμπνεύστηκε το «Έγκλημα και τιμωρία» από ένα αληθινό περιστατικό. Στα μέσα της δεκαετίας του 1860, ένας φοιτητής είχε δολοφονήσει έναν γέροντα με κίνητρα παρόμοια με του Ρασκόλνικοφ. Ο τελευταίος παρουσιάζεται στο βιβλίο ως ένας απελπισμένος νέος, διωγμένος από το πανεπιστήμιο, ταπεινής καταγωγής, ο οποίος σκοτώνει μια γριά τοκογλύφο που κανείς δεν πρόκειται να πενθήσει, θεωρώντας ότι θα λύσει τα οικονομικά του προβλήματα απαλλάσσοντας και την κοινωνία από ένα άχρηστο μέλος της. Ο Ρασκόλνικοφ πείθει τον εαυτό του ότι έχει δικαίωμα να σκοτώσει, εάν με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζει μια δυνατότητα να εκπληρώσει τον προορισμό του... Φαινομενικά, ο Ρώσος συγγραφέας μιλούσε για τα προβλήματα των νέων αλλά, όπως σημειώνει ο Κωστής Παπαγιώργης στη μελέτη του «Ντοστογιέφσκι», «στην ουσία πλαγιοκοπούσε τη δεσπόζουσα επαναστατική ιδεολογία της εποχής. Χρησιμοποιώντας τον φόνο σε όλες του τις διαστάσεις (από τη ρεαλιστική περιγραφή μέχρι την αστυνομική έρευνα και τη συντριβή) είχε τη μείζονα ευκαιρία να απαντήσει στα κηρύγματα των αντιπάλων δείχνοντας το εσωτερικό δράμα της ιντελιγκέντσια». Δεξιοτέχνης του υποσυνείδητου σε μια εποχή που ο όρος αυτός δεν είχε ακόμα επινοηθεί, ο Ντοστογιέφσκι θέτει τον Ρασκόλνικοφ σε οριακές συνθήκες, κι εστιάζοντας στον εσωτερικό του κόσμο φτάνει ως τα μύχια της ψυχής του. Το ζωτικό κέντρο του μυθιστορήματός του, άλλωστε, δεν είναι η περιγραφή της αθλιότητας που έβλεπε ο συγγραφέας γύρω του, αλλά η συνείδηση του ήρωα και η ενοχή της.
Ο ηλίθιος: Το πρώτο πράγμα που πρέπει κάποιος να καταλάβει για τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι είναι ότι δεν είναι καθόλου ηλίθιος. Είναι απλά ένας φιλάσθενος άνθρωπος που έχει ιδιαίτερα βαθιά αναπτυγμένο το αίσθημα της καλοσύνης και της ανιδιοτελούς αγάπης για τους συνανθρώπους του. Κάτι περίεργο, ασυνήθιστο και για αυτό ακριβώς το λόγο αποκρουστικό για πολλούς. Και ναι, ίσως και ηλίθιο. Ξενίζει και ξινίζει αυτή η συμπεριφορά μέσα σε ένα κόσμο που έχει μάθει να επιβιώνει με βάση την καχυποψία και το φθόνο. Τι γίνεται όταν ένας αμνός βρίσκεται μέσα σε μια κοινωνία λύκων; Αν και γραμμένος το 1868-69 ο «Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι είναι πιο επίκαιρος από ποτέ και κατατάσσεται χωρίς αμφιβολία στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα έργα του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα. Για πολλούς, μάλιστα, το σημαντικότερο. Ο Ντοστογιέφσκι καταπιάνεται με ένα τολμηρό για την εποχή του ζήτημα, που έχει να κάνει με τη θρησκεία και με το πώς ένας αγνός, άφθαρτος, ανυστερόβουλος και ακοινώνητος άνθρωπος εισβάλλει με καταλυτικό τρόπο σε ένα αλλοτριωμένο κοινωνικό περιβάλλον, με δραματικές όμως συνέπειες τόσο για τον ίδιο όσο και για όσους θα συναναστραφεί.
Ο αιώνιος σύζυγος είναι διήγημα του Ντοστογιέφσκι που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1870, στο περιοδικό «Zarja», αφού ολοκληρώθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1869. Ένας γερασμένος άνδρας, άνθρωπος των σαλονιών και γόης, έχει αρχίσει να κάμπτεται και να αισθάνεται τη ζωή ως βάρος. Υποφέρει από βασανιστικές κρίσεις κατάθλιψης, τον καταδιώκουν διαρκώς αναμνήσεις από κάτι κακό από το παρελθόν του. Τότε εμφανίζεται ξαφνικά σ’ αυτόν ένας παλιός γνώριμός του, σύζυγος μιας επαρχιώτισσας κυρίας με την οποία ο πρώτος άνδρας είχε πριν από πολλά χρόνια ερωτική σχέση. Αυτή η γυναίκα, σκληρή και διεφθαρμένη, με πολλούς εραστές, είχε στο μεταξύ πεθάνει. Ο απατημένος σύζυγος προσπαθώντας να επιβάλει στον εραστή την φιλία του, ξυπνάει στον πρώην αντίζηλό του αναμνήσεις από εκείνη την περασμένη εποχή. Ο σύζυγος θέλει να τον εκδικηθεί και για το γεγονός ότι είναι ο πραγματικός πατέρας της κόρης του. Ο εραστής αισθάνεται μια περίεργη έλξη για το βασανιστή του, ταυτόχρονα όμως γεννιέται κάτω από τη μάσκα μιας υποκριτικής φιλίας το αμοιβαίο μίσος. Τελικά ο σύζυγος θα αποπειραθεί να σκοτώσει τον εραστή. Η απόπειρα αποτυγχάνει. Οι δύο άνδρες χωρίζουν και ξανασυναντιούνται ύστερα από πολύ καιρό. Ο «αιώνιος σύζυγος» είναι τώρα ξαναπαντρεμένος, και μάλιστα με μια ασήμαντη γυναίκα, η οποία όμως τον άγει και τον φέρει. Η αφήγηση έχει τρία μέρη, στα οποία η πλοκή αναπτύσσεται «ευσύνοπτα και με λογική συνοχή». Στην αρχή έχουμε την προϊστορία, όπου ο αναγνώστης πληροφορείται πώς ο ήρωας έχασε την ψυχική του ισορροπία και ποια από τα παλιά γεγονότα θα τον επηρεάζουν στη συνέχεια. Ακολουθεί η καθαυτό αφήγηση, που αφορά τη σύγκρουση των δύο αντίπαλων πρωταγωνιστών. Το τρίτο μέρος κλείνει την αφήγηση στρογγυλεύοντάς την. Όπως σχολιάζει ο καθηγητής Σλαβολογίας στο Πανεπιστήμιο του Γκαίτινγκεν Μαξιμίλιαν Μπράουν, «Ποιός είναι εδώ ουσιαστικά ο βασικός ήρωας; Σύμφωνα με τον τίτλο θα έπρεπε να είναι ο σύζυγος, στη δομή της πλοκής όμως είναι ο πρώην εραστής: Η αφήγηση γίνεται από τη δική του οπτική γωνία σχετικά με αυτό που του συμβαίνει διαμέσου της εμφάνισης και της συμπεριφοράς του συζύγου...». Όμως ο ίδιος ερευνητής επισημαίνει πως τελικά ο χαρακτηρισμός του «αιώνιου» θα ταίριαζε και στους δύο ήρωες, στον χήρο που «δεν μπορεί να απαλλαγεί ποτέ από αναμνήσεις για πράγματα που βίωσε στο γάμο του», αλλά και στον άλλο που «από τη φύση του είναι μόνο ένας σύζυγος, πάντοτε εξαρτημένος από κάποια γυναίκα».
Το υπόγειο (1871-1872)
Oι δαιμονισμένοι (1871-1872)
Ο έφηβος (1875)
• Οι Αδελφοί Καραμαζόφ είναι το τελευταίο από τα μυθιστορήματα του Ρώσου συγγραφέα Ντοστογιέφσκι. Το λογοτεχνικό αυτό έργο ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο χρόνια (1879-1880) και δημοσιευόταν σε συνέχειες στο ρωσικό λογοτεχνικό περιοδικό με το όνομα «Русскій Вѣстникъ» (αγγλικά The Russian Messenger). Ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο του 1880, ενώ ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι είχε την πρόθεση να το εντάξει ως πρώτο μέρος σε επική τριλογία τιτλοφορούμενη ως «Η Ζωή Ενός Μεγάλου Αμαρτωλού», κάτι που έμελλε να μείνει ανολοκλήρωτο, αφού ο Ντοστογιέφσκι πέθανε το 1881.

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
Ο κύριος Προχάρτσιν (1846)
Μυθιστόρημα σε εννέα γράμματα (1847)
Η σπιτονοικοκυρά (1847)
Η γυναίκα ενός άλλου και ο άντρας κάτω απ’ το κρεβάτι (1848)
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο και ο γάμος (1848)
• Οι Λευκές νύχτες (1848) του Ντοστογιέφσκι μας παρουσιάζουν έναν από τους χαρακτηριστικούς τύπους της εποχής, που είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τον συγγραφέα: τον ονειροπόλο. Στην Αγία Πετρούπολη του 1847, ο άντρας αυτός που δεν έχει όνομα παρά μόνο ιδιότητα, παραδίδεται στις ονειροφαντασίες του και ζει σ’ ένα δικό του ελκυστικό κόσμο των φαντασιώσεων αρνούμενος να προσγειωθεί στην πραγματικότητα και να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητές της. Ως τη στιγμή που εντελώς τυχαία συναντάει την Νάστιενκα και μαζί τον έρωτα. Ο ονειροπόλος εξαναγκάζεται να μπει στον πραγματικό κόσμο, όπου και τελικά συντρίβεται. Η κοπέλα, ερωτευμένη με έναν άλλο άντρα, επίσης χωρίς όνομα, που αποκαλείται ένοικος, γιατί είναι ο ενοικιαστής της γιαγιάς της, θα εκμεταλλευτεί τα φιλικά αισθήματα του ονειροπόλου για να έρθει σε επαφή με τον αγαπημένο της αλλά και για να παρηγορηθεί από τις διαψεύσεις του πάθους της. Όταν όμως επιτέλους ο ένοικος εμφανίζεται, η Νάστιενκα εγκαταλείπει χωρίς δεύτερη σκέψη τον ονειροπόλο για να παραδοθεί στον εραστή της και να φύγει μαζί του. Οι «Λευκές Νύχτες» πλουτίζουν με μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα αυτήν την αισθηματική περιπέτεια, προσδίδοντας στο πάθος των ηρώων μια διάσταση μαγείας αλλά και υποδόριας έντασης. Ο συγγραφέας, ιδιαίτερα ονειροπόλος και νευρικός κι ο ίδιος, με ανάλογες ευαισθησίες και ακραίες εμμονές, μεταγγίζει στον ήρωα του πάθη και δυναμικές που ενισχύουν όχι μόνο την νοσηρότητα των ανέλπιδων προσδοκιών και την ματαιότητα του άκρατου ιδεαλισμού αλλά και την βαθιά ανάγκη του νεαρού πλάσματος να ξεφύγει επιτέλους από το καύκαλο του πλαστού κόσμου των ονείρων και να εισχωρήσει στην οδυνηρή πραγματικότητα ώστε να διεκδικήσει το δικαίωμά του για έρωτα και δημιουργία. Καθώς εξελίσσονται οι δράσεις και πληθαίνουν οι συναντήσεις των δύο νέων, μας αποκαλύπτεται επίσης με εξαιρετική διαύγεια και ο γυναικείος χαρακτήρας, μια ελκυστική γυναίκα στην πρώτη της νιότη, που όμως είναι βαθιά προσηλωμένη στον εαυτό της και αδυνατεί να αντιληφθεί σε βάθος το μαρτύριο του νεαρού άντρα του οποίου την αδυναμία εκμεταλλεύεται για να ικανοποιήσει τις δικές της εξίσου ζωτικές ανάγκες.
Πολζούνκωβ (1848)
Mια αδύναμη καρδιά (1848)
Ένας τίμιος κλέφτης (1848)
Ο μικρός ήρωας (γραμμένο το 1849 και δημοσιευμένο το 1857)
Mια αξιοθρήνητη ιστορία (1862)
Ο κροκόδειλος (1865)
Μπόμποκ* (1873)
Μικρές εικόνες* (1873)
Το παιδί στο δένδρο του Χριστού* (1876)
Ένα γλυκό κορίτσι* είναι νουβέλα του Ντοστογιέφσκι που γράφτηκε το 1876, εμπνευσμένη από ένα πραγματικό γεγονός στη Ρωσία. Περιγράφει τη ζωή ενός ενεχυροδανειστή, ο οποίος εξαιτίας μιας ιδιαίτερα τραγικής συγκυρίας έρχεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, συνειδητοποιώντας την αλήθεια για θεμελιώδη φιλοσοφικά και ηθικά ζητήματα. Όπως και στο «Υπόγειο» του σπουδαίου συγγραφέα, ο αντι-ήρωας της ιστορίας έχει αποστασιοποιηθεί από κάθε τι ανθρώπινο, παρόλο που επιζητεί με έναν δικό του τρόπο την επαφή με τους άλλους.
Ο χωρικός Μάρεϊ* (1876)
Η αιωνόβια* (1876)
Το όνειρο ενός γελοίου* (1877)
Ο παλιάτσος είναι η ιστορία ενός κρατικού υπαλλήλου που απολύεται με πρόσχημα ένα πρωταπριλιάτικο αστείο, ενώ στην πραγματικότητα επειδή αποκάλυψε ένα σκάνδαλο δωροδοκίας. Έτσι ωθείται να κάνει τον «παλιάτσο» στις βεγγέρες των πλούσιων Ρώσων για να επιβιώσει. Ο ήρωάς μας οδηγείται στο περιθώριο. Αλλάζει η ψυχολογία του και καταφεύγει στο όνειρο. Μέσα από αυτό κάνει διαδρομή στο καλό (παράδεισο), στο κακό (κόλαση) και τέλος, λυτρώνεται με την αγάπη. Ο Ντοστογιέφσκι με αυτό το έργο σηματοδοτεί την ανθρώπινη αγωνία για την αλήθεια και την ουσία της ζωής. Ο ήρωας του είναι ξεχωριστός με μια διεισδυτικότητα για το γύρω. Έχει απορριφθεί από το σύνολο. Οι εμπειρίες του τον οδηγούν σε μια ανακατάταξη των πράξεών του, σε μια καινούρια θέαση ενός κόσμου που φθίνει και που αυτός αντιστέκεται. Προφήτης; Μπορεί! Ανεδαφικός; Ίσως! Οπωσδήποτε όμως πιο κοντά στην ανθρώπινη μορφή αυτού που θα έπρεπε να είμαστε.
*Σημ. Δημοσιεύτηκαν μέσα από «Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα»

ΔΟΚΙΜΙΑ
Χειμερινές σημειώσεις σε καλοκαιρινές εντυπώσεις (1863)
Το Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα είναι έργο του Ντοστογιέφσκι και πρόκειται για κείμενα που εκδόθηκαν περιοδικά, ενώ ασχολείτο με το ρωσικό Τύπο. Η δημοσίευση των κειμένων αυτών ξεκίνησε το 1873, ως ξεχωριστά κεφάλαια στο περιοδικό «Πολίτης», εποχή που ο Ντοστογιέφσκι ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή σύνταξης σε αυτό. Το πρώτο μέρος του Ημερολογίου σταματάει το Μάρτιο του 1874, όταν ο συγγραφέας αποχωρεί από τη θέση του στο περιοδικό, για να αφιερωθεί στη συγγραφή του μυθιστορήματός «Ο έφηβος». Ο Ντοστογιέφσκι όμως θα συνεχίσει τη συγγραφή του Ημερολογίου τον Ιανουάριου του 1876, που εκδίδεται πλέον ως ανεξάρτητη επιφυλλίδα. Η έκδοσή του ολοκληρώνεται το 1877 και μόνο 3 χρόνια αργότερα, το 1880, θα κυκλοφορήσει το τεύχος, που περιλαμβάνει τον περίφημο «Λόγο για τον Πούσκιν», καθώς και ένα τελευταίο το 1881. «Το Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα» αποτελείται από προσωπικά κείμενα που φέρουν τη χαρακτηριστική σφραγίδα του θερμού ντοστογιεφσκικού ύφους. Άρθρα, δοκίμια, σχόλια, αλλά και διηγήματα που δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της Ρωσίας, φέρνουν στο φως άγνωστες πτυχές τις πολυδιάστατης προσωπικότητάς του. Μέσα σε αυτά ο Ντοστογιέφσκι επικεντρώνεται σε θέματα της τρέχουσας επικαιρότητας, καταθέτει τις εντυπώσεις και τον προβληματισμό του. Κατακρίνει κακώς κείμενα της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας της Ρωσίας στα τέλη του 19ου αιώνα και προβάλει τις δικές του πολιτικές και θρησκευτικές απόψεις. «Το Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα» είναι ένα έργο πολύτιμο για τον μελετητή του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι. Μέσα από αυτό μπορεί να κατανοήσει καλύτερα τη προσωπικότητά του, να ακολουθήσει τη δημιουργική του σκέψη, τις αδυναμίες του, καθώς και τις ιδέες τις οποίες επεξεργάστηκε στο λογοτεχνικό του έργο.
Ο λόγος για τον Πούσκιν (1880

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου