Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΡΘΡΑ- ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ.


Σε περιμένω…


Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει εκείνος
Που δεν έχει τι να περιμένει
Και όμως περιμένει.
Γιατί σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζει.
Αβάσταχτο είναι… Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ’ ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο…
Μενέλαος Λουντέμης
Posted in Ποίηση, στίχοι και λογοτεχνικά αποσπάσματα | Tagged , , , , , , , , , , | 14 σχόλια

Η υπόσχεσή του “μαζί”…

Ήταν πολύ έντονη η πρώτη φορά που τον αντίκρισα. Υπήρχαν πολλά μπαλόνια, γιρλάντες στους τοίχους και πλαστικά ποτήρια στο πάτωμα. Ήταν θυμάμαι τα γενέθλια του Γιώργου. Έξω, το ολόγιομο φεγγάρι κάθονταν στο θρόνο του έχοντας ένα λαμπερό χαμόγελο σαν να κρατά κρυμμένους άσσους στο μανίκι. Και ξαφνικά τον είδα. Δεν θυμάμαι με ποια αφορμή, θυμάμαι μόνο την στιγμή που τα βλέμματα μας συναντήθηκαν και ένιωσα πως δεν μπορώ να κουνήσω το πόδι μου για να πάω μπροστά ή πίσω. Ήθελα απλά να μείνω εκεί να περιμένω…
Σήμερα κλείνουμε δύο χρόνια. Η μοίρα παίζει μαζί μου, έξω βρέχει. Έτσι έβρεχε και εκείνο το βράδυ. Ακόμα θυμάμαι την στιγμή που την πλησίασα. Δεν είχα πιει και όμως ζαλίστηκα από το άρωμα που φορούσε. Κάθονταν εκεί, ακίνητη και έμοιαζε να μην ήξερε πόσο όμορφη ήταν μέσα στο κατάλευκο φόρεμα της. Ήταν αέρινο και της ταίριαζε, έμοιαζε να ξέφυγε από κάποιο παραμύθι. Μια νεράιδα που βρέθηκε στον κόσμο των ανθρώπων για να φέρει τα πάνω κάτω. Εντάξει,  ίσως στον κόσμο των ανθρώπων να ήταν απλά μια ακόμα όμορφη κοπέλα. Στην ζωή μου όμως άλλαξε τις ισορροπίες. Δεν θέλω να σηκωθώ απ’ τον καναπέ. Θα κάνω ακόμα ένα τσιγάρο. Ίσως στο τέλος η σκέψη να ζαλιστεί απ’ τον καπνό και να πάψει να με βασανίζει. Μακάρι να ήταν εδώ.
Θα πήγαινα στο θέατρο με την Μαρία και χρειαζόμουν ρούχα. Κάτι που να μην έχει δει, κάτι που να μην μου τον θυμίζει. «Πάμε για ψώνια θα σου κάνει καλό» μου είπε η Μαρία και είχε δίκιο. Όντως, χρειαζόμουν κάτι να με αποσπάσει. Έπρεπε να βγω, ήμουν πολλές μέρες κλεισμένη στο σπίτι, φορώντας εκείνο το πουκάμισο, το μαύρο που είχε ξεχάσει στο πίσω μέρος της ντουλάπας. Ακόμα μυρίζει όπως εκείνος. Το άρωμα του δεν έχει ξεθυμάνει, τον έρωτα μας θυμίζει. Γεμάτος στιγμές και αναμνήσεις. Όταν φτάσαμε έξω απ’ το μαγαζί αισθάνθηκα περίεργα. Θα έπαιρνα κάτι καινούριο, τι δηλαδή ένα μικρό βήμα για μια νέα ζωή; Δεν θέλω νέα ζωή, την παλιά μου ζωή θέλω πίσω. Όχι πάλι εκεί, σε αυτές τις σκέψεις. Άρπαξα την Μαρία απ’ το χέρι και μπήκαμε στο μαγαζί. Διάλεξα κάτι που δεν ήταν εγώ, δεν θα του άρεσε. Η Μαρία ήταν θυμωμένη μαζί μου, ήξερε πως σκεφτόμουν με βάση εκείνον. Όταν βγήκαμε απ’ το μαγαζί κατάλαβα πόσο περίεργα παιχνίδια παίζει η ζωή. Έτρεχα μακριά του, για να τον συναντήσω. Εκεί, που δεν είχε καμιά δουλειά να βρίσκεται. Έξω από ένα μαγαζί με γυναικεία ρούχα. Τι θέλει εδώ; Ήρθε να πάρει κάτι για κάποια άλλη; Έπνιξα τις σκέψεις μου. Δεν είπα τίποτα, τι να του πω; Έτσι και αλλιώς δεν έμενε κάτι να ειπωθεί. Ένα δάκρυ πήγε να κυλίσει μα δεν το άφησα, δεν είχα ανάγκη τον οίκτο του. Ήθελα απλά να τρέξω στην αγκαλιά του και να τον αφήσω να αισθανθεί την ανάγκη μου. Μα ούτε αυτό  έκανα. Έσκυψα το βλέμμα μου και προχώρησα  προς το αυτοκίνητο, φοβισμένη απ’ τα όσα ένιωσα εκείνη την στιγμή. Θεέ μου τον αγαπώ. Μου λείπει…
Χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα βαριεστημένα, είχαν σβήσει πια οι ελπίδες πως θα το σηκώσω και θα ακούσω την φωνή της. Πάνε μήνες που έχω να την ακούσω και όμως ακόμα τριβελίζει το μυαλό μου. Το τηλεφώνημα ήταν από την Μιράντα. Ήθελε να μου θυμίσει να της πάρω το μπλε φόρεμα από εκείνο το μαγαζί για τα γενέθλια της. Ήξερα όμως πως αυτό ήταν απλά μια δικαιολογία για να βγω απ’ το σπίτι, την αδερφή μου δεν την ένοιαζαν τα φορέματα. Ανησυχούσε απλά για μένα, επειδή τον τελευταίο καιρό κλείστηκα στον εαυτό μου. Τι να έκανα, την αγαπώ την μικρή και της έκανα το χατίρι. Έψαχνα στην βιτρίνα για το μπλε φόρεμα όταν την είδα να  κατεβαίνει τα σκαλιά. Είναι εκείνη; Θεέ μου την βλέπω στα αλήθεια ή το μυαλό μου για ακόμα μια φορά φτιάχνει σενάρια; Για μερικά δευτερόλεπτα κάθισα εκεί σαστισμένος, ανήμπορος να κάνω το οτιδήποτε. Την είδα να πηγαίνει βιαστική προς το αυτοκίνητο. Δεν είπε τίποτα. Είναι πληγωμένη το βλέπω στα μάτια της. Πως μπόρεσα ρε γαμώτο να την χάσω; Πως άφησα εγωισμούς και ζήλιες να μπουν ανάμεσα μας. Ήξερα πως έπρεπε να τρέξω, έπρεπε να την προλάβω… Αυτό έκανα, έτρεξα…
Πάρκαρα το αμάξι. Η Μαρία έπρεπε να φύγει για την δουλειά. Δεν είχα ξεσπάσει ακόμα, μάλλον επειδή δεν είχα συνειδητοποιήσει τι έγινε. Έδειχνα παγωμένη όμως το αίμα μου έβραζε, μούδιασε το κεφάλι μου. Ήμουν δύο στενά απ’ το σπίτι. Έτρεξα, έτρεξα τόσο πολύ, ήθελα να κρυφτώ. Άνοιξα την πόρτα και πέταξα τα κλειδιά μακριά. Την έκλεισα με δύναμη σε μια προσπάθεια μου να αφήσω έξω τους φόβους μου και την αγωνία. Ακούμπησα πίσω το κεφάλι μου και σιγά-  σιγά άρχισα να κυλώ προς τα κάτω. Πόσο χαμηλά έπρεπε να φτάσω για να φύγει αυτός ο πόνος απ’ την ψυχή μου; Πόσο δυνατά πρέπει να κλάψω για να ηρεμίσω; Πονάω, τον  θέλω, τον αγαπώ. Γιατί τον αγαπώ τόσο;  Χτύπησε το κουδούνι, αλλά δεν απάντησα, δεν ήθελα να δω κανέναν, μονάχα να ξεφύγω… Επέμεναν, χτύπησε η πόρτα αυτή την φορά, ήμουν έτοιμη να ανοίξω να ξεσπάσω στον οποιοδήποτε.  Πέρασαν ένα ή δύο λεπτά και άκουσα την φωνή του. Μου ζητούσε να του ανοίξω την πόρτα. «Νεράιδα, Νεράιδα μου άνοιξε». Είναι εκείνος. Μονάχα εκείνος με αποκαλούσε έτσι. Απ’ την πρώτη κιόλας φορά που με είδε σε κείνο το πάρτυ. Κοκάλωσα.  Ασυναίσθητα όμως άνοιξα. Με είδε να κλαίω και δάκρυσε και αυτός. Πρώτη φορά τον είδα να δακρύζει. Έπεσε στην αγκαλιά μου και μου ζητούσε συγνώμη. Τον αγκάλιασα, τα χέρια μου πήγαιναν μόνα τους, δεν είχε μάθει το κορμί μου μακριά του. Όταν τα χείλη μας ενώθηκαν έμοιαζε να είναι το μόνο σωστό. Μέσα στο φιλί αυτό χάθηκαν οι εφιάλτες, πέθαναν τα γιατί, ξεπλύθηκαν τα συγνώμη, έμειναν μονάχα σ’ αγαπώ που ειπώθηκαν και σ’ αγαπώ που θα ειπωθούν, έμεινε μονάχα η υπόσχεση του «μαζί».
Δεν ξέρω τι ακούγονταν πιο δυνατά, οι χτύποι της καρδιάς μου ή τα χτυπήματα στην πόρτα; Χτύπαγα και κοίταζα στο πάτωμα, φοβισμένος. Και αν δεν άνοιγε;  Δεν μπορώ να την χάσω. Σημαίνει πολλά για να παραιτηθώ. Η φωνή μου έτρεμε την ώρα που της είπα να ανοίξει. Η Νεράιδα μου. Όταν είδα την πόρτα να ανοίγει ήταν σαν ο χρόνος να πάγωσε, σαν να γινόταν μια αργή μετάβαση απ’ το παρόν σε ένα μέλλον που εγώ ζήτησα. Ήθελα να χαμογελάσω, να αφήσω την ευτυχία να ξεχειλίσει στα χείλη μου, όμως όταν την είδα έτσι, με τα μάτια της κόκκινα, με δάκρυα να χαϊδεύουν το πρόσωπο της για λίγο με μίσησα. Πως το έκανα αυτό; Πως το κάναμε αυτό; Έπεσα στην αγκαλιά της, στο μόνο μέρος που νιώθω πως ανήκω. Την έσφιγγα,  προσπαθούσα να με πείσω πως την κρατώ στα αλήθεια. Δεν διαμαρτυρήθηκε με αγκάλιασε και αυτή. Μύρισα τα μαλλιά της, το σώμα της, πόσο μου έλειψε. Σκούπιζα τα δάκρυα της και την κοίταζα, πόση ομορφιά μπορεί να ξόδεψε ο θεός για μια καρδιά. Ήθελα να βρω έναν τρόπο να φυλακίσω την στιγμή, εκείνη την στιγμή πως ένιωσα πως ζω ξανά.  Δεν έκανα τίποτα όμως, την αγκάλιασα και της ψιθύρισα πως την αγαπάω. Την Μ… μου.  Την δική μου Μ… . Μπήκαμε μέσα, οι πόρτες έκλεισαν. Οι πόρτες της καρδιάς…
Το κείμενο γράφτηκε από εμένα (melita) και την ♔Drama Queen♔ .
Το ποια κομμάτια του κειμένου έγραψε ποια θα το αφήσουμε στην δική σας κρίση…
Τις πιο όμορφες ιστορίες τις γράφει η ζωή, ίσως να έγραψε και την συγκεκριμένη, ποιος ξέρει;
Posted in Σταλαγματιές ψυχής και ονείρων ή απλά οι σκέψεις μου... | Tagged , , , , , , , , , , | 23 σχόλια

Η ανάμνηση του σ’ αγαπώ…


Σ’ αγαπώ. Κάπως έτσι ξεκίνησε αυτή η σκέψη. Με την ανάγκη δηλαδή να εκφράσει η ψυχή μου αυτό το σ’ αγαπώ που κατακλύζει κάθε γωνιά της. Παράλληλα οι σκέψεις μου μπερδεύονταν.
Θυμήθηκα εκείνο το βράδυ που κάτω από το Αυγουστιάτικο φεγγάρι μου έπιασες τα χέρια και κοίταξες στα μάτια μου τόσο βαθιά όσο ποτέ ξανά. Σαν να έψαχνες μέσα τους την αιτία. Σαν να αναζητούσες την αφορμή. Δεν βρήκες τίποτα, λογικό.
Δεν υπήρχε ούτε αιτία, ούτε αφορμή. Άλλωστε πότε μια αγάπη τελειώνει λογικά; Ας μην μιλώ όμως για αγάπη το έχουν κάνει τόσοι άλλοι. Ας μιλήσω για την αγάπη μας που δεν το έκανε άλλος κανείς.
Δεν χρειάστηκε να πούμε πολλά εκείνη την βραδιά. Η παγωνιά στα χέρια σου πυροδότησε μια σιωπή που ισοπέδωσε τα πάντα στο πέρασμα της. Αν δεν μου κράταγες τα χέρια θα είχα καθίσει κάτω και θα έβαζα τα δάχτυλα στα αυτιά μου, σαν παιδί που μόλις του πήραν κάτι αγαπημένο.
Σ’ αγαπώ και αυτό δεν άλλαξε ποτέ. Κανένα τέλος δεν είναι ικανό να αλλάξει τα αισθήματα μου. Αλλά είναι περίεργο βλέπεις να αντιμετωπίζεις ένα κομμάτι της ζωής σου ως ανάμνηση. Δεν θα πω άλλα, θα κλείσω με μια φράση του Γκιμπράν που η απόφαση σου μου έμαθε να λατρεύω «Σηκωθήκαμε κ αποχαιρετιστήκαμε, αλλά η αγάπη κ η απελπισία στέκονταν ανάμεσά μας σα δυο φαντάσματα, που το ένα έκλαιγε κ το άλλο σάρκαζε φριχτά».
Posted in Σταλαγματιές ψυχής και ονείρων ή απλά οι σκέψεις μου... | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , | 8 σχόλια

Δικαίωμα στην αγάπη…


Η μόνη μου γαλήνη είναι ότι αυτό το δικαίωμα να σ’ αγαπώ μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής, δεν μπορεί να μου το αμφισβητήσει και να μου το αφαιρέσει κανείς. Σ’ αγαπώ.
Από τα πολλά όμως, τα πάρα πολλά που έχω να σου πω, άφησε να σου πω τουλάχιστον πως δεν υπάρχει πιο μεγάλη ευτυχία, στον κόσμο, προ πάντων για άνθρωπο άκρως και αυστηρά απόλυτο, από του να σ’ αγαπά..
Και γιατί και μόνο κοντά σου είναι η Ευτυχία, η Χαρά, η Ζωή. Γιατί εσύ είσαι η Ευτυχία, η Χαρά, η Ζωή. Βρίσκω κάθε τι άλλο τέλεια αδιάφορο..
Κι είμαι κοντά σου, είμαι κοντά σου, είμαι πολύ κοντά σου, σου λέω, πάντα, παντού, αλλά τι κρίμα που δεν σ’ αγγίζω, που δεν σε βλέπω..
Κι ύστερα η πτώση η ανελέητη, μέσα στην απαίσια ζωή που ζούσα, που ζω, απ’ όπου μ’ έβγαλες για λίγο – και τα ‘χασα με την απέραντη σου καλοσύνη.
πηγή: Νίκος Εγγονόπουλος
Posted in Ποίηση, στίχοι και λογοτεχνικά αποσπάσματα | Tagged , , , , , , , , , , | 10 σχόλια

Μια ποπ σταρ η οποία …δεν υπάρχει!

Η Χατσούνε Μίκου (Hatsune Miku) από την Ιαπωνία,  είναι 16 χρόνων, με ύψος 1,61 μ. με μακρυά πράσινα μαλλιά και αγγελική φωνή. Η συγκεκριμένη ποπ σταρ έχει το δικό της προσωπικό φαν κλαμπ, τη δική της σελίδα κοινωνικής δικτύωσης στο Facebook , τη δική της δισκογραφική εταιρεία και εμφανίζεται συχνά ως γκεστ σταρ σε διάσημα παιδικά τηλεοπτικά προγράμματα. Και φυσικά έχει χιλιάδες θαυμαστές που την ακολουθούν και παρακολουθούν κάθε της συναυλία, κάνοντας την ένα από τα μεγαλύτερα ποπ είδωλα της εποχής.
Θα μου πείτε που βλέπεις το περίεργο σε όλα αυτά…χμμμ…θα ήταν απόλυτα φυσιολογικά όλα αυτά αν η συγκεκριμένη ήταν και αληθινό πρόσωπο.
Βλέπετε η συγκεκριμένη τραγουδίστρια δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ψηφιακό ολόγραμμα που δημιουργήθηκε από την εταιρεία Crypton Future Μedia.
Σε κάθε συναυλία της γίνεται ένας πανικός και οι θαυμαστές της φτάνουν από υστερικές φωνές και κλάματα μέχρι λιποθυμίες.
Στο συγκεκριμένο βιντεάκι που σας παραθέτω ,μπορείτε να δείτε την Hatsune Miku στην σκηνή , με πραγματικούς μουσικούς  οι οποίοι την συνοδεύουν, και φυσικά με το πλήθος κόσμου που έχει σπεύσει για να την απολαύσει.
Posted in Ειδήσεις,γεγονότα ,διάφορα περίεργα,για να γελάσουμε | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 11 σχόλια

Η ζωή θέλει ρίσκα!

Σκέφτομαι πως για να ζήσεις πρέπει να πάρεις ρίσκα.
Να βουτήξεις στη θάλασσα , να νιώσεις την αλμύρα της και να την αφήσεις να σε παρασύρει και να σε ταξιδέψει όπου θέλει αυτή .Αν δεν τολμήσεις θα παραμείνεις ριζωμένος στη στεριά , χωρίς να έχεις την ευκαιρία να γνωρίσεις
καινούργια μέρη.
Μέρη που μπορεί να είναι εξωτικά, με κρυμμένους θησαυρούς και ευκαιρίες θαμμένες στην άμμο που σε περιμένουν να τις ανακαλύψεις, σαν άλλος κουρσάρος, και να τις ξεθάψεις.
Ναι , δεν λέω μπορεί να τσακιστείς στα βράχια ή ακόμα και να πνιγείς αλλά δεν θα το μάθεις ποτέ εάν δεν προσπαθήσεις.
melita 9/7/2012
Posted in Σταλαγματιές ψυχής και ονείρων ή απλά οι σκέψεις μου... | Tagged , , , , , , , , , , , , , | 26 σχόλια

Το ημερολόγιο…

Ένας φίλος , που εκτός από εξαίρετος αθλητικογράφος έχει μια καταπληκτική πένα που σε συγκλονίζει κάθε φορά που αρχίζει να χορεύει πάνω στο χαρτί,  έγραψε ένα καταπληκτικό κείμενο- σενάριο , το οποίο είναι συγκινητικό και  ανθρώπινο, και που μας δείχνει ότι πρέπει να ζούμε την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία μας και το σημαντικότερο, να λέμε στον άλλο τι αισθανόμαστε γιατί ίσως να μην έχουμε ξανά την ευκαιρία…
Θα ήθελα μέσα από την καρδιά μου να ευχαριστήσω το Μάκη Μπεναρδή για το “μάθημα” αλλά και για τα τόσα συναισθήματα που μου προκάλεσε με το συγκεκριμένο κείμενο.
Το ημερολόγιο
14 Σεπτεμβρίου 1993
Τρίτη τάξη του Δημοτικού.  Είχα ήδη «ψηθεί» στις δυσκολίες των πρώτων παιδικών μου χρόνων, αλλά δεν ήξερα ότι το πράγμα θα δυσκόλευε ακόμα περισσότερο. Και όλα αυτά, με μια ερώτηση. Όταν  τα υπόλοιπα αγόρια της τάξης με ρώτησαν ποιο κορίτσι από τη τάξη μ’ αρέσει ήμουν υποχρεωμένος να απαντήσω. Σε μια συζήτηση που έμοιαζε με ιδιαίτερη μυσταγωγία, σα να ήταν η ώρα να χωρίσουμε τα θηράματα στη τάξη για να γλιτώσουμε τις παρεξηγήσεις μέχρι να τελειώσει το δημοτικό. «Ειρήνη», είπα! Χωρίς ενδοιασμό. Δε το σκέφτηκα καν. Και μάλιστα ήμουν έτοιμος να δώσω και την μάχη μου για όποιον τολμούσε να μου πάρει το «θήραμα». Θυμάμαι τη πρώτη μέρα που τη γνώρισα, σε ένα διάλειμμα. Όχι, δε θυμάμαι πως πιάσαμε τη κουβέντα. Θυμάμαι όμως που χάζευα το βαθύ καστανό των μαλλιών της και προσπαθούσα να εξηγήσω το χρώμα των ματιών της.  Και μια μέρα που της έδωσα νερό από το παγούρι μου, για να με ευχαριστήσει, σηκώθηκε τις μύτες των ποδιών της, σα ρελεβέ μιας μπαλαρίνας, και μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Και από τότε, γίναμε φίλοι. Αχώριστοι. Κολλητοί. Δεν μου έφτανε όμως αυτό. Αλλά δεν μπορώ να της το πω ότι η φιλία μας δε μου έφτανε.. Ήθελα να είναι το κορίτσι μου, γιατί την αγαπούσα.. Και τι δε θα ‘δινα, να ήταν δικιά μου…
17 Οκτώβρη 1996
Αν το δημοτικό νόμιζα ότι ήταν δύσκολο, τότε το γυμνάσιο ήταν σα πύρινος παράδεισος. Στην ίδια τάξη, 2 θρανία μακριά μου, καθόταν η Ειρήνη. Το θήραμά μου, όπως το είχαν βαφτίσει τα υπόλοιπα παιδιά στο δημοτικό. Μακριά καστανά μαλλιά σαν από μετάξι, λες και είχαν βγει από κάποιο μαγικό παραμύθι της Ανατολής και βαθειά πράσινα μάτια, που λαμπύριζαν στην αντανάκλαση του ήλιου. Συχνά πυκνά γυρνούσε και με κοίταζε πάνω από τον ώμο της και χαμογελούσε. Έτσι, για να σπάει η μονοτονία μας στα βαρετά μαθήματα του γυμνασίου. Η Ειρήνη, ήταν η παρέα μου σε όλα. Ήταν η παρέα μου στα διαλείμματα, αυτή που με παρηγορούσε πάντα όταν δε τα πήγαινα καλά στα διαγωνίσματα και φυσικά ήταν πάντα εκεί να με βοηθήσει στο διάβασμά μου.  Πάντα με συμβούλευε για τα άλλα κορίτσια και πάντα ήταν εκεί για να με υπερασπιστεί. Και αυτό που με πονούσε περισσότερο είναι ότι πάντα, μα πάντα με σύστηνε στις φίλες τις ως τον καλύτερό της φίλο. Πόσα βράδια έπεσα για ύπνο και σκεφτόμουν τρόπους για να της πω, πως δεν θέλω να είμαι απλά ο καλύτερός της φίλος. Ότι δε μου είναι αρκετός αυτός ο τίτλος.. Θέλω να της πω ότι την αγαπώ, αλλά ντρέπομαι.. Την ήθελα δικιά μου..
2 Αυγούστου 1998
Εκείνο το βράδυ γυρνούσα με το ποδήλατο από τη  δουλειά του καλοκαιριού που είχα για να βγάζω το χαρτζιλίκι μου και καθώς περνούσα από το σπίτι της μπροστά, κάτι που δε κρύβω ότι το έκανα πάντα και όχι τυχαία, την είδα στην είσοδο του σπιτιού της να κλαίει. Αμέσως πέταξα το ποδήλατο κάτω και έτρεξα να δω τι είχε. Μόλις με είδε πετάχτηκε και έπεσε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας ακόμα πιο δυνατά. Κάτσαμε εκεί στα σκαλοπάτια της εισόδου για να μου πει πως μόλις είχε χωρίσει. Όλο το βράδυ σχεδόν σ’ εκείνα τα σκαλοπάτια, άκουγα πόσο πολύ την είχε κουράσει αυτός ο έρωτας. Της είπα τότε, ότι διάβασα κάπου, πως αν αγαπήσει και δε βρει ανταπόκριση, να σωπάσει. Οι μεγάλες καρδιές, αγαπούν σιωπηλά. Αποκοιμήθηκε για λίγο στην αγκαλιά μου εκείνο το βράδυ και την άκουσα να ψιθυρίζει «είσαι ο καλύτερος μου φίλος». Το κλάμα της εκείνο το βράδυ, δε θα το ξεχάσω ποτέ. Με πίκραινε απίστευτα να την πληγώνουν. Την Ειρήνη μου. Το κορίτσι που αγαπούσα, αλλά δεν είχα τη δύναμη να της το πω. Γιατί ξέρω ότι δε με έβλεπε έτσι.. το ξέρω.. ότι γι αυτήν είμαι απλά ένας φίλος… Ήθελα να είναι το κορίτσι μου, γιατί την αγαπούσα.. Και τι δε θα ‘δινα, να ήταν δικιά μου…
16 Ιουνίου 2003
Και κάπου εδώ, τελειώνει το σχολείο. Τελευταία χοροεσπερίδα του σχολείου και όλη η Τρίτη λυκείου, θα είναι εκεί. Ντύθηκα, έβαλα τα καλά μου και κίνησα για το μέρος που θα γινόταν το πιο αξέχαστο πάρτι για όλα τα παιδιά. Περνώντας από το σπίτι της, την είδα εκείνη την ώρα να μπαίνει μέσα πρόχειρα ντυμένη. Την ρώτησα γιατί δεν είναι ακόμα έτοιμη και μου είπε ότι η κολλητή της αρρώστησε και τελικά δε θα πάει μιας και το έβρισκε βαρετό να πάει εκεί μόνη της. Όσο κι αν με πόναγε, της υπενθύμισα ότι είμαι ο καλύτερος της φίλος και πως ήταν υποχρεωμένη να πάει μαζί μου στο πάρτι του σχολείου. Την είδα να συγκινείται! Χαμογέλασε αμήχανα, αλλά το πρόσωπό της άστραφτε. Το έβλεπα! Όταν κατέβηκε για να φύγουμε, καθόμουν αδρανής και την χάζευα όπως κατέβαινε τις σκάλες. Νόμιζα ότι είχα πάει σε έναν άλλο πλανήτη, που το άσχημο είναι μόνο στα παραμύθια και οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να ζουν με το όμορφο. «Πως σου φαίνομαι;» με ρώτησε και κουνούσα απλώς το κεφάλι μου, ψάχνοντας να βρω μια λέξη για να περιγράψω αυτό που έβλεπα. Δε μίλησα. Την άρπαξα από το χέρι και τρέξαμε για το πάρτι. Το καταδιασκεδάσαμε. Την έβλεπα να χορεύει με απίστευτη ενέργεια και μου ήταν αρκετό να τη βλέπω να περνάει καλά. Όταν τελείωσε το πάρτι, την άφησα έξω από το σπίτι της και τα λίγα δευτερόλεπτα σιωπής τα έσπασε η φράση της.. «Είσαι ο καλύτερός μου φίλος. Σ’ ευχαριστώ». Ανέβηκε τις σκάλες, και μπήκε στο σπίτι της… Γυρνώντας με τα πόδια στο σπίτι μου, σκεφτόμουν ότι ίσως να παραήμουν αδύναμος για να της πω ότι την αγαπώ. Να της πω ότι ο καλύτερος της φίλος, δεν θέλει να είναι απλά ο φίλος της. Την αγαπώ, αλλά διστάζω να της το πω…  Αλλά ας μη γελιέμαι.. Δε θα με δει ποτέ διαφορετικά.. Μόνο σαν τον καλύτερο της φίλο.. Και τι δε θα ‘δινα, να ήταν δικιά μου… Δικιά μου…
12 Ιουλίου 2010
Η Ειρήνη έλαμπε!  Μέσα σε ένα αστραφτερό νυφικό, ήταν η οπτασία της βραδιάς. Κι εγώ… από κάτω, καθισμένος με ένα μπερδεμένο χαμόγελο να βλέπω το κορίτσι που αγαπούσα όσο τίποτα, να παντρεύεται τον έρωτα από τα φοιτητικά της χρόνια. Πόσο θα ήθελαν να είμαι αυτός ο τύπος, το ήξερα μόνον εγώ. Έτσι απλά, η καλύτερη στιγμή της ζωής μου, όπως την ονειρευόμουν, γινόταν πραγματικότητα. Μόνο που δεν ήμουν εγώ ο πρωταγωνιστής. Ήταν ένας άλλος. Ένας άλλος πιο τυχερός από ‘μενα. Ή μάλλον κάποιος που η Ειρήνη μου, δε τον έβλεπε σα τον καλύτερό της φίλο. Ο παιδικός μου έρωτας ξεκίναγε μια ζωή που ονειρευόταν και το έκανε με κάποιον άλλο. Όταν τελείωσε και η δεξίωση, με πλησίασε με βουρκωμένα μάτια και μου είπε πόσο χάρηκε που ήρθα. Συγκινημένη με αγκάλιασε και μου είπε πως ήθελε πολύ ο καλύτερός της φίλος να ήταν στο γάμο της και χαιρόταν πολύ που πήγα. Καθώς γυρνούσα σπίτι μου, παραμιλούσα για να μην ξεσπάσω σε κλάματα. Δε ένιωθα μου έκλεψαν το όνειρο. Εγώ άφησα τη πρωταγωνίστρια να μου φύγει… Αλλά ας μη γελιέμαι.. Η Ειρήνη ποτέ δε με είδε έτσι.. Έτσι όπως την έβλεπα εγώ.. Που ήθελα να ήταν δικιά μου.. Και τι δε θα έδινα για να ήταν δικιά μου…
10 Μαΐου 2012
Η τελετή ήταν σεμνή. Όπως σε κάθε τέτοια περίπτωση εξάλλου. Δυο χρόνια μετά το γάμο της, στεκόμουν πάνω από το φέρετρο που στα κατάλευκα ντυμένη, ήταν ξαπλωμένη η Ειρήνη μου. Ο άγγελός μου έφυγε. Πάει σε έναν κόσμο, καλύτερο απ’ αυτόν που άφησε. Μεγάλο κενό. Για ‘μενα τουλάχιστον που την αγάπησα όσο τίποτα, αλλά ποτέ δε βρήκα το κουράγιο να της το πω. Γιατί δίσταζα. Στη κηδεία της, η αδερφή της διάβασε ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο που διατηρούσε στα παιδικά της χρόνια. Το απόσπασμα, έγραφε:
«Τον βλέπω να είναι στη ζωή μου και την κάνει απλά πιο όμορφη. Με ένα δικό του, μοναδικό τρόπο. Αρκεί να στέκεται δίπλα μου. Είναι ο καλύτερός μου φίλος…  αλλά δε μου είναι αρκετό. Δε μου φτάνει αυτός ο τίτλος. Θέλω να του πω πόσο τον αγαπώ, αλλά ξέρω ότι δε με βλέπει έτσι. Και δε θα με δει ποτέ έτσι… Μου είπε κάποτε, πως «αν αγαπάς και δε βρίσκεις ανταπόκριση, σώπασε. Οι μεγάλες καρδιές, αγαπούν σιωπηλά.» Πώς να του πω όμως πως η σιωπή στη καρδιά μου όταν λέει το όνομά του, είναι εκκωφαντική. Μακάρι να μπορούσα να του πω πόσο τον αγαπώ, αλλά .. δε ξέρω… διστάζω… Και τι δε θα ‘δινα για να ήταν δικός μου! Και τι δε θα ‘δινα…»
πηγή: Το κείμενο είναι γραμμένο από το Μάκη Μπεναρδή.
Την αφήγηση κάνουν ο Παναγιώτης Καποδίστριας και η  Έλενα Κατσάρη
Παίζουν οι ηθοποιοί  Γιάννης Κιρλής και Άννα Κοντονίκα και χορεύουν οι μαθητές της σχολής Tabula Rasa.
Posted in Αποσπάσματα από ταινίες, Διδακτικές ιστορίες, Ποίηση, στίχοι και λογοτεχνικά αποσπάσματα | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 20 σχόλια

Αυτό είναι η ζωή!

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη, απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω κόντρα στην  αλήθεια μου.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε αυθεντικότητα.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα σε πόσο δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος με το να του επιβάλλω τις επιθυμίες μου, παρότι ήξερα ότι
ούτε ήταν κατάλληλη η στιγμή ούτε ο άνθρωπος ήταν έτοιμος, ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε αυτοεκτίμηση.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ μια άλλη ζωή και μπόρεσα να δω ότι τα πάντα γύρω μου με προκαλούσαν να μεγαλώσω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ωριμότητα.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πάντα και σε όλες τις περιστάσεις, την κατάλληλη στιγμή και στο σωστό μέρος και ότι όλα όσα γίνονται είναι σωστά. Από τότε κατάφερα να γαληνέψω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε αποδοχή.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και σταμάτησα να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον.
Σήμερα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά, με τον δικό μου τρόπο και στους δικούς μου ρυθμούς.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ειλικρίνεια.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιές για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και από ό,τι με τραβούσε συνεχώς μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό. Στην αρχή το ονόμαζα “υγιή εγωισμό”.
Αλλά σήμερα ξέρω ότι είναι αυταγάπη.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να θέλω να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλλα πολύ λιγότερο.
Σήμερα κατάλαβα ότι αυτό το λέμε απλότητα.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω περισσότερο τη στιγμή όπου όλα συμβαίνουν.
Έτσι σήμερα, ζω την κάθε μέρα και αυτό το λέω πληρότητα.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι η σκέψη μου μπορεί να με κάνει μίζερο και άρρωστο. Όταν όμως επικαλέστηκα τις δυνάμεις της καρδιάς μου, η λογική απέκτησε έναν πολύτιμο σύντροφο.
Αυτή τη σχέση την ονομάζω σήμερα σοφία της καρδιάς.
Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και τα προβλήματα με τον εαυτό μας και τους άλλους γιατί καμιά φορά, ακόμα και τα άστρα εκρήγνυνται και δημιουργούνται νέοι Γαλαξίες.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό είναι η ζωή!
Τσάρλι Τσάπλιν
Posted in Ποίηση, στίχοι και λογοτεχνικά αποσπάσματα | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , | 18 σχόλια

Είμαι από εκείνα τα παιχνίδια τα κουρδιστά…


Είμαι από εκείνα τα παιχνιδάκια τα κουρδιστά.
Η πρώτη φορά που άνοιξα τα μάτια μου ,ήταν όταν ο κατασκευαστής μου , μου έβαζε την τελευταία βίδα. Δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα από την γέννηση μου να σας πω την αλήθεια, για τον απλό λόγο του ότι δεν πρόλαβα να δω ή να ζήσω τίποτε .Το μόνο που θυμάμαι σαν όνειρο, ίσως και να ήταν , ήταν τα λόγια του :
“Σε έφτιαξα με πολλή αγάπη . Είμαι σίγουρος ότι θα κάνεις κάποιο παιδί πολύ ευτυχισμένο!’.
Βλέπετε με το που μπήκε η τελευταία βίδα μου , βρέθηκα σε μια σκοτεινή κούτα.
Και περίμενα…
Δεν ξέρω τι, αλλά ήμουνα σίγουρο ότι κάτι θαυμάσιο θα συμβεί. Απλά το ήξερα.
Και περίμενα…
Και έτσι πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες…
‘Ωσπου μια μέρα ένα χέρι με έπιασε και με έβγαλε από τα σκοτάδια μου και με έφερε στο φως ή καλύτερα στα φώτα μιας βιτρίνας παιχνιδιών.
Όχι δεν παραπονιέμαι, μια χαρά ήταν , ειδικά στην αρχή που όλος ο κόσμος περνούσε και θαύμαζε το γυαλιστερό χρώμα μου και τα περίτεχνα σκαλίσματα μου, εγώ ένιωθα τόσο περήφανο και χαρούμενο! Να φανταστείτε τα άλλα παιχνίδια κόντευαν να σκάσουν από τη ζήλια τους και δεν μου μιλούσαν αλλά εμένα δεν με ενδιέφερε και τόσο γιατί ήξερα ότι ήμουνα μοναδικό , αφού είχα ένα τόσο μεγάλο σκοπό να εκπληρώσω: “Να κάνω ένα παιδί ευτυχισμένο!”
Και έτσι λοιπόν περίμενα …εκείνο το παιδί…
Και πέρασαν πάλι οι μέρες , οι βδομάδες, οι μήνες. Και οι άνθρωποι έπαψαν πια να σταματούν στη βιτρίνα να με κοιτάζουν παρά έφευγαν βιαστικά. Που και που κάποιο παιδί κόλλαγε την μουρίτσα  του στο τζάμι και με έδειχνε στους γονείς του , αλλά εκείνοι του τραβούσαν το χέρι και το απομάκρυναν ψιθυρίζοντας κάτι σαν πολύ ακριβό…κρίση…οικονομία…δεν κατάλαβα να σας πω την αλήθεια.
Στενοχωρήθηκα , δεν θα σας πω ψέμματα, στενοχωρήθηκα τόσο πολύ που άρχισε το χρώμα μου να ξεθωριάζει και τα περίτεχνα σχέδια μου άρχισαν να μοιάζουν σαν κακογραμμένα μοτίβα, και όχι τίποτε άλλο αλλά να, έγινα βλέπετε και ο περίγελος και των άλλων παιχνιδιών . Ειδικά την ημέρα που ο ιδιοκτήτης του καταστήματος με άρπαξε βίαια και με έβαλε στο πίσω μέρος του μαγαζιού φωνάζοντας:
“Παλιόπραμα! Τζάμπα τα λεφτά που έδωσα για εσένα!”, ένιωσα τόση ντροπή που αποφάσισα να κλείσω τα μάτια μου και να μην τα ξανανοίξω ποτέ!
Κάθε μέρα άκουγα τα γέλια, τις κοροϊδίες και τα πειράγματα των άλλων παιχνιδιών και κάθε μέρα βυθιζόμουνα όλο και πιο πολύ στον ύπνο μου κλείνοντας όλο και περισσότερο τα μάτια μου , ώσπου στο τέλος σιγά σιγά σώπασαν . Η μόνη συντροφιά μου ήταν κάποιοι κόκκοι σκόνης, που με τον καιρό γίνονταν όλο και περισσότεροι, που μου διηγούνταν τα ταξίδια τους με τον άνεμο. Δεν ξέρω αλλά είχα αποδεχτεί τη συντροφιά τους και αυτοί είχαν αποδεχτεί τη σιωπή μου.
Και ξαφνικά μια μέρα όλα άλλαξαν με μια και μόνη φράση:
” Να αυτό θέλω. Τυλίξτε το για δώρο!”.
Στην αρχή σκέφτηκα ότι δεν μιλούσε για εμένα ,παρόλο που ένιωσα τη ζεστή της ανάσα στο πρόσωπο μου . Βεβαιώθηκα λίγο αργότερα πως έκανα λάθος, όταν ο ιδιοκτήτης του καταστήματος , με έπαιρνε από το ράφι, με ξεσκόνιζε και με τύλιγε σε μία κόλλα χαρτί.
Αλλά ακόμη και τότε δεν άνοιξα τα μάτια μου…
Λίγα λεπτά αργότερα , άκουσα μια παιδική φωνή να κελαηδά χαρούμενα:
” Μανούλα τι μου έφερες αυτή τη φορά;” και δυο μικρά χέρια να σκίζουν βιαστικά το χαρτί περιτυλίγματος μου.
“Τι πανέμορφο παιχνίδι που είσαι! Θα σε προσέχω, θα σε φροντίζω και θα σ’ αγαπώ για πάντα!”, άκουσα τη φωνούλα να λέει.
“Δεν μπορεί να μιλάει για εμένα, έτσι δεν είναι; Λες να είναι αυτό το παιδί που είμαι πλασμένο να του χαρίσω την ευτυχία;”
Και για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα τις πιο όμορφες θαλασσιές χάντρες να έχουν τυλιγμένες μέσα τους όλα τα αστέρια της νύχτας.
Και έγινα το αγαπημένο παιχνίδι γι ‘ αυτά τα μάτια. Κάθε φορά ανυπομονούσα να γυρίσει από το σχολείο για να παίξουμε. Η ημέρα μου ξεκινούσε τη στιγμή εκείνη ακριβώς που έμπαινε σπίτι και φώναζε: “Μαμά , γύρισα!”.
Ώρες ατέλειωτες με γέλια , χαρά και παιχνίδι , που μας έβρισκαν αποκαμωμένους στο κρεβάτι αγκαλιά. Τότε με χάιδευε , με φίλαγε , με σκέπαζε τρυφερά με εκείνη την μπλε κουβερτούλα, τη μαλακή , για να μην κρυώσω.  Και ένιωθα τόση μα τόση ευτυχία, επειδή έκανα ένα παιδί τόσο χαρούμενο. Αχ και να ξέρετε δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία για ένα παιχνίδι από αυτή.
Και αλήθεια σας το λέω δεν με πείραξε όταν μετά από καιρό ζωγράφισε με μαρκαδόρους πάνω στη δική μου μπογιά, γιατί η δική του ζωγραφιά φάνταζε στα μάτια μου πολύ πιο όμορφη από τα δικά μου περίτεχνα σχέδια. Ούτε εκείνη τη φορά που πήρε το κατσαβίδι και έβγαλε τις βίδες μου  και έσπασε τα ελατήρια μου, γιατί στα αυτιά μου ηχούσαν ακόμα τα λόγια του : “Θα σε προσέχω, θα σε φροντίζω και θα σ’ αγαπώ για πάντα!”.
Ακόμη και τότε που με κρατούσε καιρό ξεχασμένο μέσα σ’ ένα σκοτεινό συρτάρι και με έβγαζε κάθε φορά που ήθελε , σπάζοντας και κομματιάζοντας με ,με ένα βλέμμα χαιρέκακο, (αλήθεια που κρύφτηκαν τα αστέρια που είχε στα μάτια του ; ) ακόμη και τότε…δεν του κράτησα κακία, πως να κρατήσεις άλλωστε, σε κάποιον που του έχεις δώσει όλη την αγάπη και τον εαυτό σου;
-”Κοίτα παλιατζούρα που έχει μαζέψει. Καθάρισε βρε αγόρι μου επιτέλους το δωμάτιο σου!”
-”Ουφ , βρε μάνα με ζάλισες! Άντε φέρε μια σακούλα σκουπιδιών να πετάξω τίποτε”.
-”Αχ ωραία με έβγαλες από το συρτάρι μετά από τόσο καιρό. Πόσο μου έλειψες! Επιτέλους θα παίξουμε! Σ’αγαπώ τόσο πολύ!”
-”Θα το πετάξεις και αυτό;”
Κράτησα την ανάσα μου , περιμένοντας την απάντηση σου , νόμισα ότι άκουσα τους χτύπους της καρδιάς μου να σταματούν…
“-Αυτό το παλιόπραμα; Εννοείται!”
Τι είναι αυτό; Δάκρυ; Κλαίνε τα παιχνίδια; Αποκλείεται λάθος θα έκανα. Τα παιχνίδια γεννήθηκαν μόνο για να κάνουν τους άλλους ευτυχισμένους και γι’ αυτό είναι πάντα χαρούμενα, αυτός είναι ο σκοπός τους. Κατασκευαστικό λάθος είμαι σίγουρο. Γιατί όμως άραγε πονάει τόσο πολύ;
Και καθώς έπεφτα μέσα σε μια σακούλα με σκουπίδια , άκουγα τον ήχο της φωνής του να λέει : “Θα σε προσέχω , θα σε φροντίζω και θα σ΄αγαπώ για πάντα!”
Είμαι από εκείνα τα παιχνιδάκια τα κουρδιστά…
melita 26/6/12
για σένα ονειράκι…
Posted in Παραμύθια, Σταλαγματιές ψυχής και ονείρων ή απλά οι σκέψεις μου... | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 30 σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου